Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

ΑΠ 948/2021 : "Προστασία καταναλωτή - Συλλογική αγωγή - Εκούσια δικαιοδοσία - Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - Γενικοί Όροι Συναλλαγών - Δηλωτικοί όροι - Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές - Δίκαιο ΕΕ "




Συλλογική αγωγή που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Έννομο συμφέρον νομικών προσώπων για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης. Συμβατικοί όροι, οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κράτους μέλους (δηλωτικοί όροι), εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών. Η εξαίρεση των δηλωτικών όρων δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξης, εντούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μιας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και υποχρέωση ενημέρωσης των καταναλωτών. Διαφορές συλλογικής και ατομικής αγωγής και απόφασης. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1, 8, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

 

 

Αριθμός 948/2021

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

Α1 Πολιτικό Τμήμα

 

 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Των αναιρεσειόντων: 1) Δευτεροβάθμιου Καταναλωτικού Σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ)", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ΙΒ, ΠΓ, ΜΜ και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Α. 1) T. D. του Μ., έως και …. 1872) Δ. Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ΑΑ, ΓΚ και ΑΠ και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Β. 1) Εταιρίας ...." με έδρα το ...έως και… 1709) M. B. του V., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ΑΑ, ΓΚ και ΑΠ και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Γ. Πρωτοβάθμιου Σωματείου - Ένωσης Καταναλωτών με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΔΙ. ΚΑ. Π.", που εδρεύει στον…., και εκπροσωπείται νόμιμα και των κάτωθι μεμονωμένων καταναλωτών: 1) Γ. Χ. του Μ., κατοίκου ... έως και…, 111) Δ. Δ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

 

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗΣ," που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΒΣ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

 

Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΠΓ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

 

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Θ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

 

Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) M. A. (Μ. Ο.) του F. (Φ.), 2) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΚΖ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

 

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Μη Κερδοσκοπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΛΒΕΤΙΚΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ" με το διακριτικό τίτλο "ΣΥ.ΔΑΝ.Ε.Φ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξιο Αλεξόπουλο, Γεώργιο Καλτσά και Αντώνιο Πράτα και κατέθεσε προτάσεις.

 

Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) H. D. G. του Κ., έως και…, 842) Μ. Θ. του Ν., κατοίκου ...,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ΑΑ, ΓΚ και ΑΠ και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS A)E)" με διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της ΓΤ και ΓΟ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/8/2015 αγωγή των υπό στοιχεία 1, 2 και 3 ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 14/11/2015, 3/12/2015 (2), 9/12/2015 και 25/12/2015 πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 911/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2018 αίτησή τους.

 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ʼρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες .../24-04-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση αυτής και των από 03-12-2018 προσθέτων παρεμβάσεων των Σ. Τ. και Θ. Α., επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς. Νόμιμα κλητεύθηκαν και οι υπό στοιχείο (Γ) αναιρεσείοντες. Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 6/1999, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 345/2010).

 

 II. Κατά το άρθρο 769 ΚΠολΔ, που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας: "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που άσκησαν οι ενάγοντες, ως εκκαλούντες, αντεκαλούντες, εφεσίβλητοι και, τα υπό στοιχεία Α, Β και Γ αναφερόμενα στο προεισαγωγικό μέρος της παρούσας φυσικά και νομικά πρόσωπα, που είχαν παρέμβει, πρωτοδίκως, υπέρ των πρώτων και παραστάθηκαν στο Εφετείο ως εφεσίβλητοι, εκκαλούντες και αντεκκαλούντες, είναι παραδεκτή (κατ` άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρ. 741 και 769 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι: "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Από την ίδια δε διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον για παρέμβαση όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία νομικής υποχρεώσεως σε βάρος του. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. (ΟλΑΠ 4/2019, 4 και 9/2018, 17/2015 12/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 2251/1994: "οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν αποκλειστικά σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού ...". Περαιτέρω κατά την παρ. 9 του ίδιου παραπάνω άρθρου: "ενώσεις καταναλωτών που έχουν τουλάχιστον πεντακόσια ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη μπορούν να ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικοτέρων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή). Ιδίως, μπορούν να ζητήσουν: α) την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, ιδίως όταν συνίσταται στη διατύπωση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών ... 12. Συλλογικές αγωγές κατά τις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 9 αυτού του άρθρου δικάζονται στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας...Η απόφαση παράγει τα αποτελέσματά της έναντι πάντων, και αν δεν ήσαν διάδικοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υπόθεση που φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου με τη συλλογική αγωγή και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας έχει ως αντικείμενο όχι τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης και από την απόφαση που εκδίδεται σε μια τέτοια δίκη, που δέχεται τη συλλογική αγωγή παράγεται μία ιδιότυπη δεσμευτικότητα έναντι πάντων. Ενόψει τούτου, μπορεί, κατ' αρχήν, να δικαιολογηθεί έννομο συμφέρον τρίτου προσώπου, κατά την έννοια του άρθ. 80 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις υποθέσεις, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας άρθρ. 752 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του εναγόμενου με τη συλλογική αγωγή, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, επί της αγωγής αυτής (ΑΠ 1030/2001).

 

Στην προκειμένη υπόθεση, η οποία αφορά την αναγνώριση ως καταχρηστικών Γενικών Όρων Συναλλαγών, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994, αλλά και διότι εμπίπτουν στις εξειδικευμένες περιπτώσεις καταχρηστικότητας του άρθρου 2 παρ. 7 του ανωτέρω νόμου, άσκησαν, ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των αναιρεσειόντων, τα εξής φυσικά και νομικά πρόσωπα: 1) το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ". 2) Οι Χ. και Σ. Τ. 3) Ο Θ. Α.. 4) Οι M. A. (Μ. Ο.) και Α. Κ.. 5) Το μη Κερδοσκοπικό Σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΛΒΕΤΙΚΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ". Και, 6) Τα αναφερόμενα στο προεισαγωγικό μέρος της παρούσας 842 φυσικά πρόσωπα. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους, τα ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντα φυσικά πρόσωπα επικαλούνται ότι είναι δανειολήπτες, που έχουν συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις τους, με δανειακές συμβάσεις και πράξεις ρύθμισης οφειλών, που περιέχουν τον επίμαχο ΓΟΣ, σχετικά με το κύρος του οποίου έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη και πολλοί, εξ αυτών, έχουν ασκήσει ατομικές αγωγές, με τις οποίες ζητούν την ακύρωση παρόμοιας ρήτρας, ως καταχρηστικής, που εκκρεμούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς και ότι τυχόν απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης θα επηρεάσει την πορεία των δικών τους αξιώσεων κατά της καθής τράπεζας, με τη δημιουργία αρνητικής νομολογίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι σε ενδεχόμενη απόρριψη της αιτήσεως, η επίλυση του νομικού ζητήματος και η δεσμευτικότητα της αποφάσεως θα επηρεάσει τη λύση επί των ομοίων ερμηνευτικών ζητημάτων, που τίθενται και σε δικές τους αγωγές δεν συγκροτούν, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δικό τους άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, αφού η τυχόν έκδοση μη ευνοϊκής για τα αναιρεσείοντα απόφασης δεν πρόκειται να θίξει ευθέως ίδιο δικαίωμα και να επηρεάσει νομικά κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση των εν λόγω προσθέτως παρεμβαινόντων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ατομική αγωγή, ως καταναλωτών (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 4 ΚΑΙ 9/2018, ΟλΑΠ 17/2015, ΟλΑΠ 12/2013). Επομένως, οι πρόσθετες παρεμβάσεις όλων των ανωτέρω φυσικών προσώπων πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Οι παρεμβάσεις, όμως, του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", καθώς και του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΛΒΕΤΙΚΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ", είναι παραδεκτές και νόμιμες (άρθρα 80, 81 ΚΠολΔ), έστω και αν δεν συντρέχει έννομο συμφέρον αυτών κατά την ανωτέρω έννοια, διότι τα εν λόγω νομικά πρόσωπα νομιμοποιούνται, προς τούτο, δυνάμει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης. Ειδικότερα, νομιμοποιούνται: α) ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, κατά το άρθρο 90 περ. ζ' του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), που ορίζει ότι στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει, μεταξύ άλλων, και: "...η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου....". Και, β) το, κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1 ν. 2251/1994, σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΛΒΕΤΙΚΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ", ως "ένωση καταναλωτών", κατά την παρ. 15 του ανωτέρω άρθρου του ίδιου νόμου, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, η οποία ορίζει ότι: "Κάθε ένωση καταναλωτών ... δικαιούται να παρεμβαίνει προσθέτως σε εκκρεμείς δίκες μελών της για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους ως καταναλωτών". Συνακόλουθα, οι πρόσθετες παρεμβάσεις των ανωτέρω νομικών προσώπων πρέπει να συνεκδικασθούν με την κρινόμενη αίτηση και να ερευνηθούν περαιτέρω.

 

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Ειδικότερα δε, ως προς τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το δικαστήριο τους παραβιάζει όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξίων των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1212/2008, ΑΠ 2197/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Για την επάρκεια δε της αιτιολογίας, είναι ανάγκη να εκτίθεται, με πληρότητα και σαφήνεια, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 1852, 2068/2007, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 520/1995). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992). Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, όμως, δεν ιδρύεται όταν αντιφάσκουν, μεταξύ τους, επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως, επίσης και όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφορετικών κεφαλαίων (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 153/1988) ή και διαφορετικών αγωγικών βάσεων ή ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, επίσης, δεν ιδρύονται και όταν οι ανεπάρκειες και ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου, που διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 2161/2007, ΑΠ 109/2001). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018). Περαιτέρω, το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπροσθέτως, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13/ΕΚ, συμβατικοί όροι, οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Τούτο δε δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις, εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.). Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". ʼλλωστε, η ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτεί την αυτούσια (κατά λέξη) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία αλλά με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία. Θεωρείται, δηλαδή, μια διάταξη Οδηγίας ενσωματωμένη όταν, χωρίς να υπάρχει ρητή απόκλιση, από αυτή, επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και άν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση. Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που χωρίς διαπραγμάτευση εντάσσονται στη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη και προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδάφ α' της Οδηγίας 93/13. Στο εσωτερικό δίκαιο η ίδια αρχή περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' και 2 παρ 7 περ. ε και ια' ν. 2251/1994. Η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης, που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για την συμβατική επιλογή του με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό την μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (απόφαση ΔΕΕ της 30ης Απριλίου 2014 στην υπόθεση ... κ.λ.π. κατά ..., 26/13, σκέψη 74). Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η επιβολή συγκεκριμένων συμβατικών όρων μέσω μίας επέμβασης προκαλούμενης από την υπαγωγή της υπόθεσης σε δικαστική διάγνωση αποκλείεται να αποτελεί τον κανόνα, αφού αυτή εμφανίζει επικουρικό χαρακτήρα για την κάλυψη των περιπτώσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί πλημμελώς εξαιτίας της εμφάνισης κάποιου πληροφοριακού ελλείμματος. Η Οδηγία 93/13, καταλείποντας τη σχετική ευχέρεια επιλογής στον εσωτερικό νομοθέτη, δεν περιέχει ρυθμίσεις που προβλέπουν τον έλεγχο, υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας της ένταξης των όρων στη σύμβαση, ενώ οι προαναφερόμενοι κανόνες του ν. 2251/1994 επιβάλλουν να ερευνάται εάν επιτρέπεται η ένταξη του αδιαφανούς όρου στο συμβατικό περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, καθώς και εάν προκαλείται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας λόγω του ασαφούς περιεχομένου της. Με δεδομένο όμως ότι κατά κανόνα το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι απλό και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει αρνητικός αναγκαίως, η έρευνα να επιχειρείται κυρίως σε σχέση με περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται, κατά τρόπο ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Ειδικότερα, τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και τιμήματος δεν υποβάλλονται σε έλεγχο καταχρηστικότητας σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη και τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και κατά το άρθρο 2 παρ 6 εδάφ. α' ν. 2251/1994, ερμηνευόμενο με τη μέθοδο της τελολογικής συστολής του κανονιστικού του περιεχομένου. Όμως, το ίδιο το άρθρο 4 παρ. 2 συμπληρώνοντας τη ρύθμιση του άρθρου 5 εδάφ. α' της Οδηγίας ορίζει ότι: "Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.". Επιβάλλει, δηλαδή, οι σχετικοί όροι, που ανάγονται στα ουσιώδη μέρη της συμβάσεως (essentialia negotii) να μην αποδίδονται κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο ή παραπλανητικό, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005), σε σχέση με τις οικονομικές επιβαρύνσεις του καταναλωτή με τη χρήση αδιαφανών ρητρών, που συγκαλύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, προκαλώντας κίνδυνο ο τελευταίος είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις τις οποίες εμφανίζεται να έχει ο προμηθευτής. Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που περιγράφουν τη σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών. Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς, που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσεως των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού. Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές, που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχόμενου. Ήδη σημειώθηκε, ότι κατά τη 13η αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13, οι κανόνες ενδοτικού και κατά μείζονα λόγο αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφ. α' και β' της Οδηγίας, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανόνες, που εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (κανόνες ενδοτικού δικαίου). Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες οι οποίοι και χωρίς τη σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι. Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα. Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, όταν στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ως τρέχουσα αξία, σημειωτέον, νοείται εκείνη, που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρον αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019).

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και πληθώρας δανειοληπτών, που αντιπροσωπεύονται από τις ενάγουσες-ενώσεις, καταρτίσθηκαν συμβάσεις στεγαστικών δανείων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα σχετικά προσαρτήματά τους, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε η χορήγηση από την εναγομένη στεγαστικών δανείων με νόμισμα εκπλήρωσης της οφειλόμενης εκ μέρους της εναγομένης παροχής το ελβετικό φράγκο. Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η εναγομένη χορήγησε στους δανειολήπτες έντοκα τοκοχρεωλυτικά στεγαστικά δάνεια ποσών Ελβετικών Φράγκων (CHF), τα οποία κατά την ημέρα υπογραφής της Σύμβασης αντιστοιχούσαν σε ισόποσα Ευρώ, είτε για την εκ μέρους τους αγορά ακινήτου είτε αποπεράτωση/βελτίωση ακινήτου. Τα δάνεια αυτά, σύμφωνα με σχετικούς όρους της δανειακής σύμβασης των Προσαρτημάτων της, συμφωνήθηκαν εξοφλητέα σε μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις (360, 180, 120, κλπ.) εκτοκιζόμενα με κυμαινόμενο επιτόκιο Libor (CHF), η έννοια του οποίου επεξηγείται στο προσάρτημα Ι της σύμβασης, ως ο αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιούμενος προς τα πάνω μέχρι τέσσερα δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11 π.μ. (ώρα Λονδίνου) για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο διάρκειας ενός μηνός, με την τράπεζα να εφαρμόζει το εκάστοτε ισχύον Libor κατά τα ανωτέρω, βασιζόμενη στη σχετική ανακοίνωση του πρακτορείου ...(ή άλλου έγκυρου πρακτορείου) μέσω της διεθνούς αποδοχής ηλεκτρονικών συστημάτων πληροφόρησης, προσαυξημένο κατά ...% ποσοστιαίες μονάδες. Σύμφωνα δε με τον πανομοιότυπο όρο 7α παρ. 1 και 2 της δανειακής σύμβασης προβλέπεται ότι "Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο Παράρτημα της παρούσας (παρ, 1). Εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συναλλάγμα ο οφειλέτης υποχρεούται να αποπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε Ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής παρ. 2". Ωσαύτως με τον ανωτέρω έντυπο συμβατικό όρο (7α), σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης την οποία αναλάμβανε ο δανειολήπτης, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, η παροχή στον οφειλέτη της υπαλλακτικής ευχέρειας να εκπληρώσει την οφειλή είτε στο νόμισμα χορήγησης είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά την ημέρα της καταβολής. Επίσης σύμφωνα με τον 9 παρ. 1 όρο προβλέπεται ότι "Σε περίπτωση καταγγελίας σύμφωνα με το αμέσως προηγούμενο άρθρο η Τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή Ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας". Προσέτι, σύμφωνα με όρο του Προσαρτήματος Ι της Σύμβασης συμφωνήθηκε "δυνατότητα μετατροπής του νομίσματος του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, αφού το ζητήσουν εγγράφως οι εφεσίβλητοι με προειδοποίηση ενός μηνός. Εφόσον υποβληθεί εγγράφως και εμπρόθεσμα το αίτημα αυτό, η μετατροπή, συμφωνήθηκε ότι θα γίνει εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) ότι υπάρχουν στην εκκαλούσα Τράπεζα το ανάλογα συναλλαγματικά διαθέσιμα και 2) μόνον εφόσον η εκκαλούσα συμφωνήσει". Επιπλέον με Προσάρτημα της Σύμβασης παρείχετο στους δανειολήπτες η δυνατότητα να προστατευθούν από τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού φράγκου με το ευρώ για διάστημα (προστασίας) 36 μηνών επιβαρυνόμενοι για την παροχή της κατά άνω πηρεχόμενης "προστασίας", καθόλη τη διάρκειά της, με αύξηση του επιτοκίου κατά ποσοστό, περίπου 0,15%. Μετά την υπογραφή της Σύμβασης και των προσαρτημάτων της ανοίχθηκαν από την εναγομένη, στο όνομα του δανειολήπτη, αφενός o δανειακός λογαριασμός σε ελβετικό φράγκο (CHF), στον οποίο εκταμιεύθηκε το συνομολογηθέν ποσό του και δη ελβετικά φράγκα και αφετέρου ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του δανείου σε Ευρώ, στον οποίο πιστώθηκε, σύμφωνα με σχετικό όρο της Σύμβασης, το ποσό του εκταμιευθέντος σε ελβετικά φράγκα δανείου, αφού μετατράπηκε σε ευρώ, σύμφωνα με την προς τούτο σχετική επιθυμία των δανειοληπτών, προκειμένου να καλύψουν αυτοί τις ως άνω ανάγκες τους. Στη συνέχεια, οι τελευταίοι ανέλαβαν/αναλάμβαναν τα αναγκαία χρήματα προκειμένου να προχωρήσουν στην αγορά ή αποπεράτωση της κατοικίας τους και εξοφλούσαν τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις αποπληρωμής του δανείου, με καταβολές ή με χρέωση του σε ευρώ καταθετικού τους λογαριασμού, απ' όπου γινόταν η μεταφορά των ποσών και η πίστωση του σε CHF δανειακού λογαριασμού, κατόπιν μετατροπής CHF των καταβαλλόμενων/χρεούμενων σε ευρώ ποσών, με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο καταβολής ισοτιμία EΥΡΩ/CHF, όπως τούτο προβλεπόταν στον ανωτέρω 7α παρ. 2 συμβατικό όρο. Η συγκεκριμένη Σύμβαση, όπως και όλοι οι όροι που διαμορφώνουν το περιεχόμενό της, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω μνημονευόμενοι όροι 7α παρ. 2,3 και 9 παρ. 1), ήταν πανομοιότυπη σε όλες τις ομοειδείς και ιδίου περιεχομένου συμβάσεις χορήγησης στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα που καταρτίζονταν μεταξύ της εναγομένης και των δανειοληπτών και είχε διαμορφωθεί o ως άνω ενιαίος τύπος συμβάσεως χορηγήσεως στεγαστικού δανείου σε Ελβετικό Φράγκο. Οι όροι των συμβάσεων αυτών ήταν συγκεκριμένοι, ομοίου περιεχομένου με τους προαναφερόμενους (7α παρ. 2 και 9 παρ. 1) συνιστούσαν τους γενικούς όρους συναλλαγών, που διαλαμβάνονταν στα έντυπα των σχετικών συμβάσεων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ισοτιμία του Ευρώ έναντι του Ελβετικού Φράγκου, αρχικά εξελίχθηκε θετικά υπέρ του Ευρώ οπότε οι δανειολήπτες ευνοήθηκαν, αφού χρησιμοποιούσαν λιγότερες εθνικές νομισματικές μονάδες (ευρώ) να εξυπηρετήσουν το σε ελβετικά φράγκα δάνειό τους. Στη συνέχεια όμως, ιδίως από το έτος 2008, η ισοτιμία εξελίχθηκε αρνητικά για το εθνικό νόμισμα σε σχέση με το αλλοδαπό, οπότε οι δανειολήπτες έπρεπε να χρησιμοποιούν περισσότερες εθνικές νομισματικές μονάδες για ν' ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από το σε συνάλλαγμα (CHF) δάνειό τους. Τα δάνεια αυτά εξάλλου, ως δάνειο σε ξένο νόμισμα, υπέκειντο στον παραπάνω κίνδυνο των οικονομικών απωλειών από την αρνητική εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας EURO/CHF (συναλλαγματικός κίνδυνος). Η διακύμανση της ισοτιμίας, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή, για τα προηγούμενα δέκα πέντε (15) έτη, και αυτό ακριβώς το καθεστώς της σταθερής διακύμανσης για μεγάλο χρονικό διάστημα ώθησε πολλούς να επιλέξουν το εν λόγω τραπεζικό προϊόν, στη συνέχεια κατέγραψε μεγάλη μείωση σε βάρος του Ευρώ. Μάλιστα, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας (NSB) το έτος 2011, έθεσε κατώτερο όριο στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αυτό του 1,20 (δηλαδή 1 Ευρώ = 1,20 Ελβετικά Φράγκα κατ' ελάχιστον), προκειμένου να προστατεύσει την Ελβετική Οικονομία από την υπερβολική ανατίμηση του φράγκου, όπως δήλωνε ο τότε εκπρόσωπός της. Στις 15/1/2015, όμως, η ανωτέρω τράπεζα με νεωτέρη απόφασή της, αποφάσισε να αποσυνδέσει το Ελβετικό φράγκο από την ως άνω ισοτιμία, που η ίδια είχε ορίσει και η οποία από το 2011 παρέμεινε κλειδωμένη και εγκατέλειψε τη σταθερή ισοτιμία 1 Ευρώ/1,20 CHF, που είχε καθιερώσει μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, με αποτέλεσμα η τιμή του ελβετικού φράγκου να κυμαίνεται σε περίπου ισότιμη με το ευρώ βάση, δηλαδή περίπου 1 ευρώ/1 CHF. Η υποτίμηση του ευρώ, η οποία, όπως προαναφέρεται, άρχισε το 2009, εξελίχθηκε σταδιακά χωρίς να επέλθει μέχρι το 2015 ολόκληρη υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, αλλά υπήρξε σταδιακή μείωση του ευρώ της τάξεως του 1% ή 1,5% ή και λιγότερο από 1% σε σχέση με την προηγούμενη ισοτιμία. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος ολοκληρώθηκε στις 15/1/2015, με την κατά τα άνω απελευθέρωση του Ελβετικού Φράγκου, το δε δωδεκάμηνο 2014-2015 επήλθε απότομη αναπροσαρμογή των ισοτιμιών, που το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι του ελβετικού φράγκου κατά 12,9 %... Με την ίδια ως άνω απόφαση, η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να ωθήσει το επιτόκιο LIBOR CHF σε αρνητικά επίπεδα, οπότε το μέσο επιτοκιακό όφελος διευρύνθηκε ξανά στα επίπεδα του 0,77% με αποτέλεσμα να προκύψει εκ νέου σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες. Από την εν γένει υποτίμηση του ευρώ και τις αρνητικές μεταβολές της ισοτιμίας του Ευρώ προς το Ελβετικό φράγκο οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλουν οι δανειολήπτες για την αποπληρωμή των δανείων τους σε ευρώ όπως και το οφειλόμενο ποσό σε Ευρώ αυξήθηκαν. Κάτω από τις συνθήκες αυτές πολλοί δανειολήπτες, αποφάσισαν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, υπογράφοντας τροποποιητικές πράξεις των αρχικών τους δανειακών συμβάσεων, στις οποίες διαλαμβάνονται τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ...σύμβασης δανείου και των τυχόν πρόσθετων πράξεων η Τράπεζα χορήγησε στον Οφειλέτη δάνειο....,σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή. Ο οφειλέτης με αιτία τη Σύμβαση οφείλει στην Τράπεζα ληξιπρόθεσμες δόσεις ανερχόμενες σήμερα σε ....CHF (εφεξής Ληξιπρόθεσμη Οφειλή) καθώς και .....CHF (εφεξής Ενήμερη Οφειλή). Οι εδώ συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν και αποδέχονται τα ανωτέρω ποσά ως νόμιμα και ακριβή, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Οφειλέτη η Τράπεζα δέχεται να τον διευκολύνει στην αποπληρωμή της οφειλής του ως εξής: α. Αναστέλλεται η υποχρέωση πληρωμής της Ληξιπρόθεσμης Οφειλής μέχρι την προβλεπόμενη από τη Σύμβαση ημερομηνία καταβολής της επόμενης από την υπογραφή της παρούσας δόση του δανείου (εφεξής "Περίοδος Αναστολής")..... δ. Από τον μήνα που έπεται της λήξης της Περιόδου Αναστολής και για τους τρείς επόμενες μήνες ("Περίοδος Εφαρμογής Μειωμένης Δόσης") ο Οφειλέτης θα καταβάλλει μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση μειωμένη κατά ποσοστό 100% σε σχέση με αυτή που θα καταβάλλει σύμφωνα με το οριζόμενα στη Σύμβαση (εφεξής "Μειωμένη Δόση"). Η προπεριγραφείσα συμβατική σχέση των διαδίκων συνιστά σύμβαση δανείου ξένου νομίσματος και συγκεκριμένα δανείου CHF, το οποίο έγκυρα και νόμιμα συμφωνήθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (Ζ) μείζονα σκέψη, αφού δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί και ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα επιτρέπεται... τούτο δε ρητά προβλέπεται και στην πρόσφατη Οδηγία 2014/17/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 4438/2016. Η ως άνω Σύμβαση δεν είναι σύμβαση δανείου ημεδαπού νομίσματος (Ευρώ), ούτε σύμβαση δανείου με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος, ώστε να μην χωρεί εφαρμογή της ΑΚ 291, όπως αβασίμως επικαλούνται οι ενάγουσες ενώσεις, προβάλλοντας ειδικότερα ότι οι δανειολήπτες δανείσθηκαν ευρώ, καθώς το δάνεισμα του ελβετικού φράγκου μετατράπηκε αυτομάτως σε ευρώ και σε ευρώ έκαναν όλες τις αποπληρωμές των δόσεών τους και κατά συνέπεια δεν υπάρχει οφειλή ξένου νομίσματος, αλλά ημεδαπού, το οποίο απλώς υπολογίζεται με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΑΚ 291, προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: α) χρηματική οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα και β) οφειλή πληρωτέα στην ημεδαπή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν υπάρχει οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα, ενώ δεν εφαρμόζεται όταν οφείλεται το ξένο νόμισμα ως κινητό πράγμα διότι τότε δεν υπάρχει χρηματική οφειλή, ούτε όταν πρόκειται για οφειλή με ρήτρα σε αξία αλλοδαπού νομίσματος. Στη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος (ή συναλλάγματος) συμφωνείται να γίνει η παροχή (καταβολή δανείου) στο εκάστοτε ισχύον εγχώριο νόμισμα και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση (αντιπαροχή) να πληρώσει μεν στο ίδιο με την παροχή νόμισμα (εγχώριο), αλλά κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα κατά το χρόνο της πληρωμής, ήτοι κατά ποσό που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη ποσότητα του ξένου νομίσματος με την αξία που θα έχει αυτό κατά το χρόνο της πληρωμής... Στην περίπτωση της ρήτρας σε αξία ξένου νομίσματος, η οφειλή δεν είναι οφειλή αλλοδαπού νομίσματος, αλλά οφειλή εγχώριου νομίσματος, που υπολογίζεται απλώς βάσει της τιμής του αλλοδαπού νομίσματος, το ξένο δηλαδή νόμισμα χρησιμοποιείται ως απλή λογιστική μονάδα για τον υπολογισμό των χρηματικών παροχών ενώ οι υποχρεώσεις πληρωμής εκπληρώνονται πραγματικά στο εθνικό νόμισμα...Στην προκειμένη όμως σύμβαση δεν έχει τεθεί τέτοια ρήτρα. Δεν πρόκειται για ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος, διότι o δανειολήπτης δεν έλαβε το δάνεισμα σε ευρώ αλλά σε ελβετικά φράγκα και ο επίδικος ΓΟΣ έχει τη διατύπωση ότι η πληρωμή πρέπει να γίνει σε ελβετικό φράγκο ή σε ευρώ, κατά την τρέχουσα αξία του σε σχέση με το ελβετικό φράγκο την ημέρα της πληρωμής. Ρήτρα αξίας συναλλάγματος θα υπήρχε μόνο αν ο δανειολήπτης λάμβανε το δάνεισμα σε ευρώ και αναλάμβανε την υποχρέωση να αποπληρώσει το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, ενώ κάθε δόση υπολογιζόταν με βάση την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου, πράγμα όμως που δε συνέβη. Απεναντίας, η προκειμένη σύμβαση περιέχει προσδιορισμό του δανείσματος σε ελβετικά φράγκα (έφερε τίτλο σύμβαση δανείου ελβετικού φράγκου) και ο υπολογισμός των τοκοχρεωλυτικών δόσεων πάλι σε ελβετικά φράγκα γινόταν. Απλώς, η εναγομένη για να δευκολύνει τους δανειολήπτες αναγνώρισε συμβατικώς τη δυνατότητα (διαζευκτική ευχέρεια) που αυτοί εκ του νόμου και συγκεκριμένα εκ του άρθρου 291 ΑΚ, ούτως ή άλλως είχαν, να αποπληρώσουν την οφειλή καταβάλλοντας εγχώριο νόμισμα αντί του ξένου, χωρίς βέβαια αυτό νο σημαίνει ότι ο δανειολήπτης δεν μπορούσε να καταβάλει ελβετικά φράγκα. Η εκταμίευση του δανείσματος στον δανειολήπτη έγινε επίσης σε ελβετικά φράγκα, με πίστωση λογαριασμού του δανειολήπτη και ακολούθως αυτό μετατράπηκε σε ευρώ, για λόγους ευκολίας αξιοποίησης του ποσού στην Ελλάδα. Μάλιστα η εναγομένη πράγματι εξεύρισκε στην διατραπεζική τα ποσά αυτά των φράγκων για να τα δανείσει ακολούθως στους δανειολήπτες, ήταν δε τούτο και υποχρέωσή της, βάσει της εποπτικής νομοθεσίας. Κατά την εκταμίευση προφανώς και δεν γινόταν πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων, αλλά αυτό είχε τη μορφή λογιστικού χρήματος, όπως είναι άλλωστε και το δάνεισμα που λαμβάνουν, στο πλαίσιο συμβάσεως πιστώσεως και oι δανειολήπτες ευρώ. Το παραπάνω ξένο νόμισμα ανεύρισκε η τράπεζα, είτε στη χρηματαγορά είτε στη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου με δικά της έξοδα και κόστος. Μόνο έτσι μπορούσε όμως να επιτευχθεί το χαμηλό επιτόκιο LIBOR προς όφελος της τράπεζας, το οποίο ακολούθως αποτελούσε όφελος και για τους δανειολήπτες. Πιο επισταμένα, στο κείμενο της Σύμβασης ρητά αναφέρεται "η τράπεζα ύστερα, από αίτηση του/ων Οφειλέτη/ων δέχεται να του/τους χορηγήσει στεγαστικό δάνειο συναλλάγματος Ελβετικό Φράγκο ποσού.... ισόποσου ευρώ..", στο Παράρτημα (Ι) αυτής αναφέρεται "δάνειο συναλλάγματος κυμαινόμενου επιτοκίου στην δε ενημερωτική επιστολή της εναγομένης αναφέρεται "η Τράπεζα μέσω της διατραπεζικής αγοράς δανείστηκε τα CHF για να καλύψει την υποχρέωσή της έναντι υμών. Στη συνέχεια λάβατε από την Τράπεζα τα CHF μέσω της δανειακής σύμβασης. Δεδομένου όμως ότι έχετε λάβει Ευρώ και όχι CHF πωλήσατε στην τράπεζα την ίδια στιγμή τα CHF και αγοράσατε Ευρώ". Εκ των ανωτέρω αναμφίβολα προκύπτει ότι το οικείο δάνειο μεταξύ των συμβαλλομένων ρητά συμφωνήθηκε να χορηγηθεί στο ως άνω αλλοδαπό νόμισμα (CHF) και σε αυτό το αλλοδαπό νόμισμα έγινε (πραγματοποιήθηκε) και η χορήγηση του δανείου, δοθέντος ότι αυτό εκταμιεύθηκε σε CHF (πίστωση με ελβετικά φράγκα τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα του δανειζόμενου (δανειακός λογαριασμός του οφειλέτη) και στη συνέχεια, κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου, έγινε μεταροπή των CHF σε Ευρώ, με βάση την ισχύουσα την ημέρα αυτή ισοτιμία ευρώ και πίστωση σε έτερο λογαριασμό του δανειζόμενου (λογαριασμός εξυπηρέτησης του δανείου), ώστε να λάβει ο τελευταίος σε Ευρώ το εκταμιευθέν σε CHF ποσό του δανείου. Προσέτι, στην κίνηση του λογαριασμού και τα ενημερωτικά έγγραφα που ελάμβαναν, σε μηνιαία βάση, οι δανειολήπτες, όπου απεικονίζονταν η οφειλόμενη δόση του δανείου, το άληκτο κεφάλαιο και οι υπολειπόμενες δόσεις του δανείου, όλα τα ως άνω αναγραφόμενα ήταν σε ελβετικά φράγκα. Επίσης, όπως προκύπτει από την κίνηση του δανειακού λογαριασμού και τους πίνακες πληρωμών των δόσεων απόσβεση του δανείου γινόταν επίσης σε συνάλλαγμα (CHF), με την πίστωση στον δανειακό λογαριασμό του ποσού της εκάστοτε καταβολής, σε περίπτωση δε καταβολής ευρώ, (κατά την παρεχόμενη στον οφειλέτη διαζευκτική ευχέρεια) και πάλι πιστώνονταν CHF, κατόπιν μετατροπής σε CHF, με βάση την ισχύουσα κατά την ημερομηνία καταβολής ισοτιμία Ευρώ/CHF των καταβαλλόμενων/χρεούμενων στον καταθετικό λογαριασμό ποσών Ευρώ μεταφοράς ακολούθως των CHF στον δανειακό λογαριασμό. Εξάλλου, το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε ρητά στο ελβετικό φράγκο με κυμαινόμενο επιτόκιο με βάση το επιτόκιο Libor και χαμηλό επιτοκιακό spread (περιθώριο κέρδους) υπέρ της εναγομένης τράπεζας, παράμετροι που προσιδιάζουν σε δάνειο σε τέτοιο συνάλλαγμα, οπότε επιστρεπτέο τοκοχρεωλυτικά κατέστη το δάνεισμα στο ξένο αυτό νόμισμα, κατά συνομολογηθείσα χρηματική αντιπαροχή των οφειλετών, με ρητώς προβλεφθείσα στον επίμαχο όρο διαζευκτική τους ευχέρεια να καταβάλουν το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, κατ' επανάληψη της 291 ΑΚ. Τα επίδικα δάνεια, ακριβώς επειδή επρόκειτο για δάνεια σε ελβετικό φράγκο ήταν συνδεμένα με το ευνοϊκό επιτόκιο CHF Libor (διατραπεζικό επιτόκιο του Λονδίνου για δάνεια σε ελβετικό φράγκο) ενώ το επιτόκιο για τα δάνεια Ευρώ ήταν το EURIBOR. Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, από τη θεσμοθέτηση του Ευρώ (Ιανουάριο 1999) η ισοτιμία μεταξύ Ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5,3%) ενώ ταυτόχρονα, το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF, κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο EURIBOR (που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας στην άλλη σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, στο συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ. Αναφορικά με το επιτόκιο LIBOR, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο ήταν και παρέμεινε ιδιαίτερα χαμηλό, σε σχέση με το επιτόκιο EURIBOR, και έβαινε διαρκώς μειούμενο. Τα πλεονεκτήματα αυτά (χαμηλό επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, ευνοϊκή ισοτιμία μεταξύ ελβετικού φράγκου ευρώ η οποία είχε παραμείνει σταθερή τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η μηνιαία καταβλητέα δόση να είναι μικρότερη) παρέχονταν από δάνεια σε ελβετικό φράγκο και όχι από δάνεια σε ευρώ. Επιθυμώντας δε οι δανειολήπτες να έχουν τα παραπάνω οφέλη επέλεξαν, θέλησαν και συμφώνησαν τη σύναψη συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα (CHF), έχοντας σαφή βούληση για τη σύναψη τέτοιου τύπου Σύμβασης, την οποία προέκριναν ως συμφέρουσα με βάση τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της σύναψής της νομισματικά δεδομένα, αφού επωφελούντο από τη χαμηλότερη δόση των δανείων αυτών, βάσει της ισχύουσας κατά το χρόνο σύναψης αυτών ισοτιμίας των δύο νομισμάτων και το χαμηλότερο επιτόκιο λόγω LIBOR. Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζεται γενικά επιτόκιο κατώτερο εκείνου που εφαρμόζεται στις συμβάσεις δανείου σε εθνικό νόμισμα (ευρώ), ακριβώς προς αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου σε περίπτωση υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος. Τα επίδικα δάνεια συμφωνήθηκαν να παρασχεθούν και να επιστραφούν σε ελβετικά φράγκα, με επιτόκια αποκλειστικώς αρμόζοντα σε συναλλαγές με τέτοιο νόμισμα. Συνήφθησαν σε ελβετικό φράγκο προκειμένου, όπως προεκτέθηκε, να ωφεληθούν οι δανειολήπτες, καθόσον θα μειωνόταν αισθητά τόσο το ετήσιο επιτόκιο, εξαιτίας του μικρότερου επιτοκίου αναφοράς της εποχής εκείνης για τα εν λόγω δάνεια (Libor), όσο και η εκάστοτε μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση, γεγονός που τους συνέφερε τόσο βραχυπρόθεσμα σε μηνιαία βάση ως προς τις δόσεις, όσο και μακροπρόθεσμα στο επιστρεφόμενο κεφάλαιο, λόγω μειωμένου επιτοκίου. Μάλιστα η υποχρέωση τήρησης στο φάκελο του δανείου του σχετικού αποδεικτικού της Βεβαίωσης Αγοράς Συναλλάγματος (Β,Α.Σ), που προβλεπόταν στην ΠΔΤΕ 2325/1994 και αφορούσε τις διαδικασίες χορήγησης δανείων σε συνάλλαγμα, ήδη από την πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων δια του ΠΔ 104/1994 δεν χρειαζόταν η επίδειξη ΒΑΣ για τη χορήγηση και εξαγωγή συναλλάγματος, ενώ μετά και την υιοθέτηση του ευρώ ως εθνικού νομίσματος με τον Ν. 2842/2000 οι επιμέρους κανόνες, που προβλέπονταν με την ανωτέρω πράξη, κατέστησαν άνευ αντικειμένου στο σύνολό τους, οι συγκεκριμένες συμβάσεις, οι οποίες συνήφθησαν, εντός του προπεριγραφέντος πραγματικού και νομικού πλαισίου, ήταν συμβάσεις δανείου σε ελβετικά φράγκα η επιλογή του εν λόγω συμβατικού τύπου έγινε μεταξύ άλλων τύπων δανεισμού, που παρείχε η εναγομένη, είτε σε ευρώ είτε σε ελβετικά φράγκα, με κριτήριο κυρίως το ύψος του επιτοκίου, διότι προσέφερε μικρότερο επιτόκιο από τον ίδιο τύπο αν η δανειοδότηση ήταν σε ευρώ. Πρόκειται για πραγματικό δανεισμό σε ξένο νόμισμα και δη ελβετικά φράγκα και ακριβώς επειδή το νόμισμα του δανείου είναι σε ελβετικά φράγκα, ο δανειολήπτης επωφελήθηκε του ευνοϊκότερου επιτοκίου σε σχέση με το επιτόκιο που θα είχε αν το δάνειό του ήταν σε ευρώ. Ουδεμία δε αμφιβολία ή κενό υφίσταται για το είδος (συμβατικό τύπο) των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα και για την προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων, ώστε να ανακύπτει ανάγκη προσφυγής στους ειδικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Αυτή ήταν η βούληση και των δύο μερών και κατεξοχήν οι δανειζόμενοι επεδίωκαν να δανειστούν σε ελβετικά φράγκα με χαμηλό επιτόκιο και χαμηλές δόσεις και στη συνέχεια να μετατρέψουν το προϊόν του δανείου σε Ευρώ για να το χρησιμοποιήσουν. Σημειωτέον ότι και οι ίδιες οι ενάγουσες, αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο (σελ. 53) οι δανειολήπτες δέχθηκαν να δανειοδοτηθούν με το ελβετικό φράγκο προκειμένου απλώς να επωφεληθούν του συγκυριακά ευνοϊκού επιτοκίου (ευνοϊκότερου σε σχέση με τη δανειοδότησή τους σε ευρώ που ίσχυε κατά τη δεκαετία του 2000), στις δε προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (σελ. 18, 24, 55, 81, 88, 43) αναφέρουν "κάθε δάνειο συμφωνήθηκε σε ελβετικά φράγκα και η εκταμίευση γινόταν (στιγμιαία) σε φράγκα, αλλά μετά την εκταμίευση το δάνεισμα μετατρεπόταν σε ευρώ". Αποτελεί δε μορφή αντιφατικότητας να θεωρείται και να ισχύει η επίδικη σύμβαση ως σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, ώστε να εφαρμόζεται σ' αυτήν το ευνοϊκό επιτόκιο του ελβετικού φράγκου να απολαμβάνουν οι δανειλήπτες και μάλιστα επί πολλά έτη, τα ανωτέρω οφέλη ακριβώς λόγω καταρτίσεως του εν λόγω συμβατικού τύπου, επωφελούμενοι του ισχυρού ευρώ του ανύπαρκτου σχεδόν επιτοκίου της συμβάσεως που ήταν Libor και αισθητά μικρότερο του euribor και, μετά τη συναλλαγματική πτώση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και την δυσμενή εξέλιξη της ισοτιμίας σε βάρος και του ευρώ, να χαρακτηρίζεται η ίδια σύμβαση ως σύμβαση δανείου ευρώ. Οι εκκαλούσες ενώσεις υποστηρίζουν περαιτέρω ότι i) τα επίδικα δάνεια δεν είναι δάνεια σε συνάλλαγμα αλλά στην πραγματικότητα δάνεια σε ευρώ διότι το ποσό του δανείου δεν εκταμιεύθηκε πραγματικά στο αλλοδαπό νόμισμα της δανειακής σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην τηρείται o παραδοτικός χαρακτήρας της σύμβασης δανείου του άρθρου 806 ΑΚ αλλά καταβλήθηκαν ευρώ ii) οι δανειολήπτες δεν ήταν αλλοδαποί δεν είχαν ανάγκη συναλλάγματος (ελβετικά φράγκα) αλλά ανάγκη ευρώ για να τα χρησιμοποιήσουν για τις υποχρεώσεις τους στην ημεδαπή και iii) αποπλήρωναν δόσεις σε ευρώ. Αντιστοίχως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίσθηκαν "κάθε δάνειο συμφωνήθηκε σε ελβετικά φράγκα και η εκταμίευση γινόταν (στιγμιαία) σε φράγκα, αλλά μετά την εκταμίευση το δάνεισμα μετατρεπόταν σε ευρώ" και έτσι, στην πραγματικότητα επρόκειτο για δάνειο ευρώ και όχι για δάνεια σε ελβετικό φράγκο... Ακόμη και με την εκδοχή ότι πράγματι δανειοδοτήθηκαν σε ελβετικά φράγκα όπως αναγράφεται στις επίδικες συμβάσεις, στην ουσία οι δανειολήπτες ανελάμβαναν τελικώς το δάνειο σε ευρώ" (σελ. 43 προτάσεων), "στην ουσία είναι δάνειο σε ευρώ με ρήτρα επιστροφής σε ελβετκά φράγκα (σελ. 161), "στην ουσία είναι ένα κεκαλυμένο δάνειο σε ευρώ, όπου μεσολαβεί μια δικαιοπραξία σε CHF ίσα ίσα για να εφαρμοστεί μία ρήτρα περί αποπληρωμής, βάσει της μελλοντικής και ασαφούς ισοτιμίας Ευρώ/CHF (σελ.55). Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν είναι βάσιμοι και δεν αναιρούν την παραπάνω κρίση ότι οι καταρτισθείσες επίδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα. Καταρχήν ..., ουδόλως απαγορεύεται η χορήγηση σε Έλληνα δανείου σε συνάλλαγμα, τα οποία δεν είναι ασυνήθη επιτρέπονται στις τραπεζικές συναλλαγές, ενώ ούτε από τις προαναφερόμενες ΠΔΤΕ ούτε από καμία άλλη διάταξη τίθεται, ως νόμιμη προϋπόθεση για τη σύναψη δανείου σε συνάλλαγμα και την εγκυρότητα αυτής, η συνδρομή πραγματικής ανάγκης εκ μέρους του δανειολήπτη για χορήγηση συναλλάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (E) μείζονα σκέψη συντρέχουν όλα τα ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου του άρθρου 806 ΑΚ, που είναι η μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους από τον τελευταίο και συμφωνία των μερών για την απόδοση άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας. Και τούτο διότι το δάνειο (υπό την εκδοχή της κατάρτισής του ως παραδοτικής σύμβασης) συντελείται κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, με την περιέλευση του δανείσματος από την περιουσία του δανειοδότη σε αυτήν του δανειολήπτη με οποιονδήποτε ισοδύναμο προς τη μεταβίβαση της κυριότητας οικονομικό τρόπο, όπως εν προκειμένω με λογιστική εγγραφή του δανείσματος σε ελβετικά φράγκα, τη μετατροπή αυτού από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και εν συνεχεία την απόδοση του ποσού σε ευρώ (το δάνεισμα πιστώθηκε σε ελβετικά φράγκα σε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του δανειολήπτη και ακολούθως, αφού μετατράπηκε σε ευρώ, πιστώθηκε σε έτερο λογαριασμό αυτού και αποδόθηκε το ποσό του σε ευρώ). Ενώ δεν ήταν αναγκαία η υλοποίηση της οικείας σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης με πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά δύναται να χορηγείται από την τράπεζα το σε αυτά εκφρασθέν δάνεισμα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προερχόμενο είτε από άντληση κεφαλαίων στο εν λόγω νόμισμα από τη χρηματαγορά, είτε από δανεισμό της εναγομένης από τη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου...

Εξάλλου, τυχόν παραβίαση της ΠΔΤΕ 2325/1994 εκ μέρους της τράπεζας, δεν επάγεται ακυρότητα του δανείου, αλλά ενδεχομένως κυρώσεις σε βάρος της τράπεζας από την εποπτεύουσα αρχή. Ούτε το ότι οι δανειολήπτες είχαν ανάγκη και ήθελαν να χρησιμοποιήσουν ευρώ, καθιστά τα δάνεια αυτά δάνεια σε ευρώ, αφού η βούληση αυτών, ήταν όπως προεκτέθηκε, η σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο για να επωφεληθούν από το χαμηλό επιτόκιο και τις χαμηλές δόσεις, οφέλη που αυτοί αποκόμιζαν ακριβώς επειδή το δάνειό τους συνήφθη σε ελβετικό φράγκο, μετά δε την μετατροπή των φράγκων σε ευρώ, χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους τα ευρώ, έχοντας επωφεληθεί συγχρόνως από τα ανωτέρω πλεονεκτήματα του ελβετικού φράγκου. Συνακόλουθα, εφόσον πρόκειται για δάνειο σε ξένο νόμισμα παρέπεται, σύμφωνα με την έννοια δανείου (806 ΑΚ), -κατά την οποία ο δανειολήπτης υποχρεούται να αποδώσει στον δανειστή πράγματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας- ότι ο οφειλέτης έχει πρωταρχικά την υποχρέωση να αποδώσει το δάνεισμα σε ελβετικά φράγκα και δευτερευόντως να καταβάλει εγχώριο νόμισμα (ευρώ) έχοντας την εναλλακτική προς τούτο ευχέρεια, η οποία συμφωνήθηκε, με τον συμβατικό όρο, για την διευκόλυνσή του. Δεδομένης δηλαδή της ρητής επιλογής των συμβαλλομένων στην ένδικη σύμβαση περί έκφρασης του δανείσματος όσο και των τοκοχρεωλυτικών δόσεων αποπληρωμής του, σε ελβετικά φράγκα και της εξ αυτής εξαγωγής μίας μόνο χρηματικής αντιπαροχής για την τοκοχρεωλυτική εξόφληση των δανείων, τοιαύτης στο εν λόγω αλλοδαπό νόμισμα, o όρος 7α παρ. 2 παρέχει στον οφειλέτη τη διαζευκτική ευχέρεια να εξοφλεί εκάστη δόση στην ημεδαπή σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης (ισοτιμία) του ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα της αντίστοιχης καταβολής. Από δε την απλή ανάγνωση του όρου αυτού κάθε δανειολήπτης γνώριζε ότι κάθε δόση αποπληρωμής του δανείου θα πληρωνόταν, σε περίπτωση καταβολής ευρώ, κατά το ισότιμο ποσό ευρώ, που θα προέκυπτε από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ευρώ σε ελβετικά φράγκα με βάση την τιμή πώλησης του συναλλάγματος κατά την ημερομηνία πληρωμής, γνώριζε δηλαδή ότι κρίσιμο για τον υπολογισμό της δόσης μέγεθος είναι η ισοτιμία των δύο νομισμάτων και οι μεταβολές της ισοτιμίας αυτής και ευχερώς αντιλαμβανόταν ότι αν εξασθενούτο το φράγκο έναντι του ευρώ θα έπρεπε να καταβληθεί μικρότερο ποσό σε ευρώ, ενώ αν ενισχυόταν θα έπρεπε να καταβληθεί μεγαλύτερο σε ευρώ ποσό και ότι ως εκ τούτου υπόκειται στον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος άλλωστε αποτελεί χαρακτηριστικό των συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα.  Τέλος,... η επίδικη σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επενδυτική σύμβαση, αφού αναγκαίο και ουσιώδες χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι η διάθεση εκ μέρους του συμβαλλομένου επενδυτή κεφαλαίου, προκειμένου να τοποθετηθεί αυτό επωφελώς σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση oι δανειολήπτες δεν διέθεσαν κεφάλαιο, αλλά χορηγήθηκε από την εναγομένη σε αυτούς με τη μορφή δανείου ένα συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου, προκειμένου να διατεθεί από τους ίδιους για την κάλυψη ορισμένων καταναλωτικών αναγκών τους, οι επίδικες συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις δανείου, καθόσον επιδιώκονται με αυτές καθαρά δανειοδοτικοί σκοποί, με συνέπεια να ενεργοποιείται για τους εν λόγω Γ.Ο.Σ, η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και δεν έχουν χαρακτήρα επενδυτικής υπηρεσίας ούτε επενδυτικής πράξης, αφού σκοπός των συμβάσεων ήταν -όπως ιστορείται στην αγωγή- η συνομολόγηση και η χορήγηση δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικό φράγκο) με ευνοϊκούς όρους για την απόκτηση ενός αγαθού (εν προκειμένω αγορά/επισκευή ακινήτου) και όχι η επένδυση η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (και ήδη από 1.1.2017 Οδηγία 2014/65/ΕΕ) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.... Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για νόμιμη κατά τα ανωτέρω παροχή στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα, για τον υπολογισμό του ποσού του οποίου και των δόσεων αποπληρωμής αυτού λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, ενέργεια δηλαδή που συνιστά συναλλαγματική δραστηριότητα αμιγώς παρεπόμενη της χορήγησης και της αποπληρωμής δανείου σε ξένο νόμισμα, η αξία του οποίου για τον υπολογισμό της αποπληρωμής δεν καθορίζεται εκ των προτέρων αλλά, κατά τα εκτιθέμενα, προσδιορίζεται βάσει της τιμής πώλησης του νομίσματος αυτού, κατά την ημερομηνία καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης, οι εν λόγω συναλλαγές, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας εθνικού και ξένου νομίσματος (εν προκειμένω ευρώ και ελβετικού φράγκου), περιορίζονται στη μετατροπή στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής), των ποσών του δανείου και των μηνιαίων δόσεων (που έχουν συνομολογηθεί στο ξένο νόμισμα λογιστικό νόμισμα), βάσει της τιμής αγοράς ή πωλήσεως του ξένου νομίσματος). Οι ενεργούμενες από την τράπεζα, στο πλαίσιο των δανειακών αυτών συμβάσεων πράξεις, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές περιορίζονται στον καθορισμό του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος, κατά το χρόνο αποδέσμευσης του κεφαλαίου και στον καθορισμό των ποσών των μηνιαίων δόσεων, βάσει της τιμής πώλησης του εν λόγω ξένου νομίσματος, κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης, ήτοι στη μετατροπή, βάσει της τιμής αγοράς ή πώλησης αντίστοιχα του ξένου νομίσματος, των ποσών του δανείου και των μηνιαίων δόσεων που έχουν συνομολογηθεί στο ξένο αυτό νόμισμα (λογιστικό νόμισμα), στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής), χρησιμεύουν απλώς και μόνο ως λεπτομέρειες εκτέλεσης των ουσιωδών υποχρεώσεων πληρωμής της σύμβασης δανείου, ήτοι τη διάθεση του κεφαλαίου από το δανειστή την αποπληρωμή του εν λόγω κεφαλαίου εντόκως από τον δανειολήπτη, και δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης, εφόσον o καταναλωτής αποσκοπεί μόνο στη λήψη των κεφαλαίων ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχή υπηρεσίας και όχι π.χ. στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος, οι ανωτέρω πράξεις της εναγομένης ήταν αμιγώς παρεπόμενες της χορήγησης και της αποπληρωμής του ένδικου δανείου σε ξένο νόμισμα, χωρίς να υφίσταται πράξη προθεσμιακής πώλησης συναλλάγματος, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι δεν γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή δέσμευσης κεφαλαίων, με σκοπό την επερχόμενη αύξηση αυτών και εισροή νέων, αλλά αντίθετα εκτίθενται περιστατικά εκταμίευσης ορισμένων ποσών, προορισμένων για στεγαστικές ανάγκες των εναγόντων, με την επ' ωφελεία αυτών εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου Libor, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, ούτε προσδοκάτο περαιτέρω οικονομικό κέρδος, προερχόμενο από την κατά οποιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του δανείσματος. Περαιτέρω, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζοντας επί λέξει ότι "όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής" ως διάταξη ενδοτικού εθνικού δικαίου ("αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο") θέτει ακριβώς την ίδια διαζευκτική ευχέρεια και συνάμα καθοδηγητική κατευθυντήριο με αντικείμενο την αποπληρωμή της συμφωνηθείσας σε αλλοδαπό νόμισμα χρηματικής οφειλής, με βάση την αξία

του συγκεκριμένου ξένου νομίσματος στην ημεδαπή κατά τον χρόνο εκάστης πληρωμής, με συνέπεια να καθίσταται για την εξόφληση κρίσιμος χρόνος όχι αυτός της συνομολόγησης ή λήξης του χρέους αλλά της πραγματικής πληρωμής και η έως τότε τυχόν άνοδος ή πτώση της αξίας του ξένου νομίσματος να αποβαίνει σε βάρος ή αντίστοιχα σε όφελος του οφειλέτη. Επιπλέον, o επίμαχος συμβατικός όρος δεν εμφανίζει ατυπικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τη νομοτυπική μορφή για την οποία ισχύει ο τιθέμενος με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ κανόνας (οφειλή σε ξένο νόμισμα), ο οποίος... δεν αφορά συγκεκριμένη κατηγορία τυποποιημένων συμβάσεων, αλλά εντάσσεται στο γενικό ενοχικό δίκαιο και εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους των συμβάσεων του ενοχικού δικαίου, ανεξαρτήτως του είδους της σύμβασης που καταρτίστηκε (πώλησης, δανείου, κ.λπ.) και καταλαμβάνει κάθε χρηματική ενοχή, ανεξάρτητα αν στηρίζεται στο νόμο ή σε σύμβαση και ανεξάρτητα από τον στιγμιαίο ή διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης και τον τύπο στον οποίο αυτή υπάγεται και επομένως εφαρμόζεται στις συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου όπως είναι η προκειμένη. Υποδεικνύει δε τον τρόπο εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής σε ξένο νόμισμα και σχετίζεται μόνο με τον όρο της συναλλαγματικής ισοτιμίας που αφορά την καταβολή της οφειλόμενης χρηματικής παροχής του οφειλέτη για την απόσβεση του δανείου. Ο επίδικος συμβατικός όρος ουδόλως αφίσταται του ρυθμιστικού προτύπου που προϋπέθετε ο εθνικός νομοθέτης στην ΑΚ 291, αντιθέτως ταυτίζεται με τις περιπτώσεις που η τελευταία διάταξη ρυθμίζει και δεν αποκλίνει από τη ρύθμιση αυτή, δοθέντος ότι: α) έχουμε οφειλή σε ξένο νόμισμα και επομένως, σύμφωνα με την έννοια του δανείου κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να αποδώσει πράγματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, η αποπληρωμή πρέπει να γίνει στο νόμισμα αυτό, β) ο τόπος αποπληρωμής είναι η Ελλάδα και γ) παρέχεται η ευχέρεια στον οφειλέτη να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του αλλοδαπού νομίσματος στο χρόνο και τόπο πληρωμής. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι o επίδικος όρος δεν εισάγει απόκλιση από την διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, δεν την συμπληρώνει ή την διαφοροποιεί ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, καταλείποντας τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας, στην εναγομένη τράπεζα, αλλά την επαναλαμβάνει αυτούσια, ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το αυτό ρυθμιστικό πρότυπο στο οποίο απέβλεπε o εθνικός νομοθέτης όταν την θέσπιζε. Επίσης, o ανωτέρω όρος επαναλαμβάνει νομοθετική διάταξη που ισχύει για τον συγκεκριμένο ΓΟΣ σύμβασης που ο όρος αυτός αφορά (οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα) και δεν επαναλαμβάνει εθνική διάταξη αφορώσα άλλο τύπο σύμβασης, οπότε... δεν θα ίσχυε γι' αυτόν η εξαίρεσή του από την εφαρμογή της Οδηγίας και από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Ότι ο επίδικος όρος είναι "δηλωτικός όρος", υπό την έννοια που προεκτέθηκε, δεν αποκρούεται με τον προβαλλόμενο από τις ενάγουσες εκκαλούσες ισχυρισμό ότι o εν λόγω όρος διαφοροποιείται από την ΑΚ 291, διότι προβλέπει δύο συναλλαγματικές ισοτιμίες που προσδιορίζονται επί τη βάσει της τιμής αγοράς ευρώ/φράγκου και της τιμής πώλησης ευρώ/φράγκου στη διατραπεζική αγορά μάλιστα ισοτιμία καθοριζομένη μονομερώς από την εναγομένη τράπεζα (προμηθευτή), ενώ αντιθέτως στην 291 ΑΚ προβλέπεται μία μόνο ισοτιμία βάσει της οποίας επιτρέπεται στον οφειλέτη να αποπληρώσει το δάνειο, (βλ. σελ. 48 αγωγής μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση και το συνολικό κεφάλαιο εξαρτώνται όχι από μία αλλά από δύο συναλλαγματικές ισοτιμίες τιμή αγοράς ευρώ/φράγκου αφενός και τιμή πώλησης ευρώ φράγκου αφετέρου) και όχι ενός αλλά δύο νομισμάτων που με τη σειρά τους συναρτώνται με ολοσχερώς αστάθμητους οικονομικούς παράγοντες που ασκούν στα ανωτέρω μεγέθη αποφασιστική επιρροή και ο συναλλαγματικός κίνδυνος είναι βαρύτερος για το δανειολήπτη, ισχυρισμό που δέχθηκε ως βάσιμο και υιοθέτησε στην αιτιολογία της και η εκκαλουμένη απόφαση... Και τούτο διότι αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η ισοτιμία που θα ληφθεί υπόψη για την αποπληρωμή και όχι για την εκταμίευση του δανείου. Το ζήτημα αυτό (αποπληρωμή του δανείου) ρυθμίζει η ΑΚ 291 και γι' αυτό το ζήτημα ορίζει ποια αξία λαμβάνεται υπόψη, διαλαμβάνοντας ότι αυτή είναι η τιμή του ξένου νομίσματος κατά το χρόνο καταβολής, εν προκειμένω δηλαδή για τη μετατροπή των ευρώ σε ελβετικά φράγκα για την αποπληρωμή των δόσεων. Τα ίδια επαναλαμβάνει και ο όρος, ορίζοντας ρητά και με σαφήνεια ότι η ανωτέρω μετατροπή (η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας δίκης) γίνεται με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος, προβλέποντας έτσι μία ισοτιμία (την ισχύουσα κατά το χρόνο καταβολής ισοτιμία Ευρώ/CHF η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν καθορίζεται μονομερώς από την εναγομένη, αλλά διαμορφώνεται και καθορίζεται από διεθνή οικονομικά στοιχεία και ανακοινώνεται από την ΕΚΤ στο Δελτίο Ισοτιμιών Αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (ECB). Κρίσιμη δηλαδή ισοτιμία για το ερευνώμενο ζήτημα (μετατροπή των ευρώ σε φράγκα για την εξόφληση), είναι η τιμή πωλήσεως, ενώ η τιμή αγοράς έχει σημασία για άλλο ζήτημα, που ανακύπτει σε άλλο χρονικό σημείο, ήτοι τη μετατροπή των φράγκων σε ευρώ κατά την εκταμίευση του δανείου, το οποίο όμως δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο οφειλής (της τράπεζας για την καταβολή του δανείου) και η ισοτιμία αυτή (τιμή αγορά) είναι εν προκειμένω αδιάφορη. Συνοψίζοντας, το γεγονός ότι υπάρχει τιμή πώλησης και τιμή αγοράς δε σημαίνει ότι ο επίδικος όρος, κατ' απόκλιση από την 291 ΑΚ, προβλέπει δύο ισοτιμίες, αφού για το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που αφορά στην αποπληρωμή της δόσης του δανείου, κρίσιμη ισοτιμία είναι η ισοτιμία Ευρώ/CHF κατά τη μετατροπή των Ευρώ σε Ελβετικά Φράγκα για την αποπληρωμή του δανείου, ήτοι η τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου, η οποία προβλέπεται κατά όμοιο τρόπο από τον ανωτέρω συμβατικό όρο και την ΑΚ 291 ΑΚ, ενώ η τιμή αγοράς (ισοτιμία CHF/Ευρώ) έχει σημασία για την εκταμίευση του δανείου και αφορά την τότε γενομένη μετατροπή των νομισμάτων, που έγινε σε συγκεκριμένο χρόνο και είναι εν προκειμένω αδιάφορη αφού δεν αποτελεί στην παρούσα δίκη αντικείμενο οφειλής (της τράπεζας για την καταβολή του δανείου) ούτε η ΑΚ 291 αναφέρεται στο ζήτημα αυτό. Διαφορετικό τυγχάνει επίσης,... το θέμα της αμοιβής της εναγομένης για τη μετατροπή των νομισμάτων, το ύψος και

o υπολογισμός της οποίας δεν αμφισβητείται από τις ενάγουσες και δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Τούτων δοθέντων δεν τίθεται θέμα καταστρατήγησης των άρθρων 806 και 291 ΑΚ, και o περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγουσών- εκκαλουσών, που επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όπως καί ο λόγος αυτός της έφεσης. Συνακόλουθα... οι επίμαχοι όροι (7 α παρ. 1 και 9 παρ. 1) δεν υπόκεινται καθόλου σε έλεγχο καταχρηστικότητας, διότι εντάσσονται στους "δηλωτικούς όρους" της σύμβασης, αφού επαναλαμβάνουν την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγουν απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνουν με επιπλέον ρυθμίσεις και κυρίως χωρίς να καταλείπουν τον προσδιορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην κρίση εναγόμενης τράπεζας, αλλά επαναλαμβάνουν την ανωτέρω διάταξη αυτούσια, ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το αυτό ρυθμιστικό πρότυπο στο οποίο απέβλεπε ο εθνικός, νομοθέτης όταν τη θέσπιζε. Οι ανωτέρω ΓΟΣ, ως "δηλωτικοί όροι" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι καταχρηστικοί αφού η ρύθμισή τους συμπίπτει με το νόμο, ώστε να εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, οι όροι αυτοί είναι βέβαια και όροι που ρυθμίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης.... Ο χαρακτήρας τους όμως, ως δηλωτικών όρων, που αποκλείει παντελώς τον έλεγχό τους για καταχρηστικότητα, υπερισχύει, ώστε να μην απαιτείται περαιτέρω έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013, για το αν αυτοί είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Περαιτέρω, όσον αφορά τον όρο αναγνώρισης, o όρος αυτός περιλήφθηκε, όπως προεκτέθηκε, σε πρόσθετες πράξεις της Σύμβασης, προκειμένου να γίνει η ρύθμιση της οφειλής όσων δανειοληπτών ζήτησαν τη ρύθμιση της οφειλής τους. Αποτελεί κατά νομική και λογική αναγκαιότητα αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ρύθμισης της οφειλής, καθόσον προαπαιτούμενο κάθε συμβατικής ρύθμισης οφειλής είναι προφανώς o ακριβής προσδιορισμός της οφειλής και η αναγνώριση της ύπαρξής της, αφού δεν μπορεί να ρυθμιστεί μια απαίτηση απροσδιόριστη ως προς το ύψος της ή ανύπαρκτη, ούτε μπορούσε να γίνει ρύθμιση της οφειλής κατά τρόπο γενικό και αόριστο, αλλά τα μέρη θα έπρεπε να συμφωνήσουν ποιο είναι το ύψος της οφειλής που θα ρυθμίσουν και τον τρόπο ρύθμισης, ώστε να συμφωνηθεί η νέα μειωμένη δόση και να υπολογίζεται το ποσό της οφειλής και o τρόπος και το ποσό της μείωσης με τις εκάστοτε καταβολές. Η ακυρότητα του ανωτέρω όρου οφείλεται, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, στο ότι "οι δανειολήπτες υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν οφειλή προσδιορισθείσα δυνάμει άκυρων όρων", κατά δε την εκκαλουμένη απόφαση διότι αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 2, του ν. 2251/1994 και 2 παρ. 7β και ιγ, δεδομένου ότι επρόκειτο για άκυρη παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία που διασφαλίζει η αρχή της διαφάνειας και διότι η αναγνώριση συγκεκριμένης οφειλής μετά την ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα οδηγούσε σε καταχρηστικό και άρα άκυρο περιορισμό της προστασίας του καταναλωτή δανειολήπτη. Από τα ως άνω εκτιθέμενα σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του επίμαχου όρου, ακυρότητα αυτού μπορεί να καταφάσκεται σε περίπτωση που έλαβε χώρα αναγνώριση οφειλής η οποία προσδιορίσθηκε δυνάμει άκυρου συμβατικού όρου και ως εκ τούτου είναι εσφαλμένη ή ανύπαρκτη. Η ακυρότητα, επομένως, του εν λόγω όρου συνέχεται και προϋποθέτει την παραδοχή ακυρότητας του πρωτεύοντος όρου ισοτιμίας (7α), βάσει του οποίου προσδιορίσθηκε η οφειλή των δανειοληπτών, η οποία συνιστά και τον πυρήνα της ένδικης διαφοράς. Τέτοια όμως ακυρότητα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί από το παρόν δικαστήριο. ʼλλωστε, τυχόν παραδοχή του εν λόγω "όρου αναγνώρισης", ως καταχρηστικού, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε επίλυση της προκειμένης διαφοράς των διαδίκων, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας που πρέπει να εφαρμόζεται για την αποπληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, αφού ακόμα κι αν κριθεί ότι ο όρος αυτός (αναγνώρισης) δεν παράγει οποιαδήποτε ενέργεια, παραμένει ισχυρός ο προαναφερόμενος όρος με βάση τον οποίο θα εξακολουθούν να υπολογίζονται οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του δανείου...". Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, κατά την ερειδόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις κύρια βάση της. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι δηλωτικοί όροι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2251/1994 και εξαιρούνται από το δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας του σχετικού όρου, "σύμφωνα και με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13", καθώς και ότι, ως μη καταχρηστικοί, εξαιρούνται και του ελέγχου της διαφάνειας, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, διότι, έστω και αν η εξαίρεση αυτή, (του ελέγχου της καταχρηστικότητας), δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, εμπεριέχεται, κατά την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Κατά δε το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο ʼρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εξής αναιρετικοί λόγοι:

 

1) Ο πρώτος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο: α) κατά το πρώτο σκέλος του, παραβίαση των άρθρων 28 Συντάγματος, 288 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 2, 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και 2 Ν. 2251/1994, που συντελέσθηκε με το να κρίνει, εσφαλμένα, ότι εφαρμόζεται το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό ουσιαστικό δίκαιο η εν λόγω διάταξη, άλλως καθότι έκρινε ότι επιφέρει άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα η διάταξη αυτή, άλλως καθότι έκρινε ότι πρέπει η διάταξη αυτή να προκαλέσει σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και περιορισμό της εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2251/1994. Και, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 2 και 3 παρ. 1 της Οδηγίας, καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, συνισταμένη στο ότι, ακόμη και με την παραδοχή της μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτό ότι οι επίμαχοι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) καταλαμβάνονται από το εύρος του ρυθμιστικού του ελέγχου.

 

2) Ο δεύτερος, επικουρικός του πρώτου, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων (άρθρων 28 Συντάγματος, 288 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 2, 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και 2 Ν. 2251/1994), συντελεσθείσα με το να διαληφθούν στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός, πέραν της αβασιμότητάς του, αν ήθελε εκτιμηθεί ως αιτίαση από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, προεχόντως, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του ανάγονται στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου και όχι στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του,

που άλλωστε δεν υπάρχει, αφού η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, με έρεισμα τις ανωτέρω νομικές διατάξεις, που επικαλούνται, για τη θεμελίωσή του, τα αναιρεσείοντα, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. 3) Ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 και, επικουρικά 19, άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 28 Συντάγματος, 295 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και 2 Ν. 2251/1994, καθώς και της αιτιολογικής σκέψης 14 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, που ορίζει ότι: "τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην περιλαμβάνονται στη νομοθεσία τους καταχρηστικές ρήτρες.....", συντελεσθείσα με το να δεχθεί, το Εφετείο, ότι οι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις, που εμπεριέχονται, ως ρήτρες σε σύμβαση, δεν υπόκεινται, κατά τη βούληση του ενωσιακού νομοθέτη σε έλεγχο καταχρηστικότητας από τα δικαστήρια. Σημειουμένου, επιπροσθέτως, ότι από την ανωτέρω αιτιολογική σκέψη (14), ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της 13 σκέψης της ίδιας Οδηγίας, κατά την οποία: "οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες", προκύπτει ότι αυτή δεν αφορά νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά συμβατικές ρήτρες, που μπορεί να περιέχονται στις νομοθεσίες κρατών - μελών, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη του γεγονότος ότι η ανωτέρω Οδηγία ισχύει και για τις επαγγελματικές δραστηριότητες Δημοσίου Δικαίου αυτών (κρατών - μελών). Πέραν, όμως, του ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, κρίνεται, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιολογικές σκέψεις κοινοτικής Οδηγίας αποτελούν μεν αναπόσπαστο τμήμα του νομοθετικού της κειμένου, δεν είναι, όμως αυτές, καθ' εαυτές, νομικές διατάξεις, αλλά ερμηνευτικό βοήθημα, υπό το πρίσμα του οποίου ερμηνεύονται οι επιμέρους διατάξεις της (Οδηγίας) και, επομένως, η παραβίασή τους (αιτιολογικών σκέψεων) δεν ιδρύει τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους. Ειδικότερα δε, κατά την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της ίδιας αιτιολογικής σκέψης, ο ίδιος λόγος, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον και υπ' αυτή τη μομφή, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι με την πληττόμενη αιτιολογία του Εφετείου, απορρίφθηκε η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, χωρίς ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 3/1997).

 

4) Ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο, ευθεία, παραβίαση των άρθρων 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, αλλά και του άρθρου 291 ΑΚ, που συντελέσθηκε, κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις του, με το να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ελεγχόμενοι με την ένδικη αγωγή γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) επαναλαμβάνουν τη διάταξη του άρθρ. 291 ΑΚ και, επομένως, είναι δηλωτικοί, παρότι ο επίμαχος όρος 7α αναφέρεται σε δάνειο με ρήτρα αξίας νομίσματος και συνιστά περίπτωση διαζευκτικής ενοχής και όχι διαζευκτικής ευχέρειας, ενώ η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, αφορά δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα ενόψει των παραπάνω αναφερομένων.

 

5) Ο έκτος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις προβλέπουσες την αρχή της διαφάνειας στο δίκαιο του καταναλωτή διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2, 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και 2 παρ. 1, 3, 5, 6, 7 του ν. 2251/1994, με το να μην τις εφαρμόσει, με συνέπεια να κρίνει ισχυρό τον επίμαχο ΓΟΣ, ο οποίος δεν ανταποκρινόταν στην αρχή της διαφάνειας, ενώ όφειλε να τις εφαρμόσει, έστω και αν ο επίμαχος ΓΟΣ χαρακτηρίζεται ως δηλωτικός του άρθρου 291 ΑΚ, ώστε να διαπιστώσει αν ο όρος αυτός καλύπτει τις επιταγές της διαφάνειας, ενόψει ομοίως των παραπάνω αναφερομένων.

 

6) Ο έβδομος, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 173, 200, 291 και 806 ΑΚ, που συντελέσθηκαν με το να δεχθεί αυτό ότι: "...οι εξεταζόμενες συμβατικές σχέσεις εκ των οποίων απορρέουν οι εξεταζόμενοι ΓΟΣ ήταν σχέσεις συμβάσεως δανείου ξένου νομίσματος και όχι δανείου ημεδαπού νομίσματος με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος, απέδωσε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση, που εξέταζε και διαφορετικό τύπο συμβάσεως και συμβατικό πρότυπο στις εξεταζόμενες έννομες σχέσεις και τους αντίστοιχους ΓΟΣ αυτών, πράγμα που επιδρά τόσο στην αναζήτηση των εφαρμοστέων διατάξεων (π.χ. 291 ΑΚ), στην εύρεση των κατευθυντήριων γραμμών ενδοτικού δικαίου, του σκοπού και της νομικής φύσης μίας σύμβασης από τα οποία δεν επιτρέπεται να αποκλίνει ο εξεταζόμενος ΓΟΣ (άρθρο 2 παρ. 6-7 Ν. 2251/1994), όσο και στην κάλυψη του συμβατικού κενού, σε περίπτωση ακυρότητας ενός εξ αυτών (ΓΟΣ)...". Είναι δε αβάσιμος αυτός ο λόγος, καθόσον, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι: "...Ουδεμία δε αμφιβολία ή κενό υφίσταται για το είδος (συμβατικό τύπο) των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα και για την προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων, ώστε να ανακύπτει ανάγκη προσφυγής στους ειδικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Αυτή ήταν η βούληση και των δύο μερών και κατεξοχήν οι δανειζόμενοι επεδίωκαν να δανειστούν σε ελβετικά φράγκα με χαμηλό επιτόκιο και χαμηλές δόσεις και στη συνέχεια να μετατρέψουν το προϊόν του δανείου σε Ευρώ για να το χρησιμοποιήσουν. Σημειωτέον ότι και οι ίδιες οι ενάγουσες, αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο (σελ. 53) οι δανειολήπτες δέχθηκαν να δανειοδοτηθούν με το ελβετικό φράγκο....". Πέραν, όμως, τούτου ο λόγος κρίνεται, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ότι, το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε κενό δεν εφάρμοσε τους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, ώστε να ερμηνεύσει τους επίμαχους ΓΟΣ, ή ενώ δεν διαπίστωσε κενό, προέβη σε ερμηνεία τους.

 

7) Ο όγδοος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, συντελεσθείσα με το να την εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2842/2000, κατά την οποία: "Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν πράξεις σε συνάλλαγμα, διενεργούν ελεύθερα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα και ξένα τραπεζικά γραμμάτια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.", που δεν την εφάρμοσε, ενώ έπρεπε. Κρίνεται δε αβάσιμος, ο λόγος αυτός, ειδικότερα, καθόσον, κατά τη νομική σκέψη της παρούσας, εφαρμοστέα τυγχάνει, στην προκειμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, που, ορθώς, εφαρμόσθηκε, από το Εφετείο και όχι η ανωτέρω διάταξη (4 παρ. 1 του ν. 2842/2000), που επικαλούνται τα αναιρεσείοντα, η οποία δεν είναι εφαρμοστέα και, ορθώς, δεν εφαρμόσθηκε, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη αφορά τις πράξεις συναλλάγματος, που διενεργούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για δικό τους λογαριασμό και όχι μεταξύ των τελευταίων και των πελατών τους, όπως στις ένδικες περιπτώσεις. 8) Ο δέκατος τέταρτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 28 του Συντάγματος, 288 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και του άρθρου 2 Ν. 2251/1994, που συντελέσθηκε με το να δεχθεί αυτό ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, γιατί οι επίμαχοι ΓΟΣ είναι δηλωτικοί, ως ταυτιζόμενοι με το άρθρο 291 ΑΚ, ενώ όφειλε να το εφαρμόσει (αριθμ. 1, άρθρ. 559 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων, ως άνω, διατάξεων, γιατί, κατά τη σχετική αναιρετική αιτίαση, ενώ αυτό δέχθηκε τα παραπάνω, ότι δηλαδή οι επίμαχοι ΓΟΣ δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, ταυτόχρονα, αντιφάσκοντας προς την εν λόγω κρίση του, έκρινε αυτούς νόμιμους και μη καταχρηστικούς (μη άκυρους), με βάση τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2251/1994, που είχε κρίνει μη εφαρμοστέες, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην, κατ' ουσία, απόρριψη των επικουρικών λόγων ακυρότητας, που προβλήθηκαν με τις επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής τους (αριθμ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, διότι: α) πλήττει αιτιολογίες της μείζονος και όχι της ελάσσονος πρότασης του Εφετείου και τέτοια αυτό δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, την οποία αφορούν αυτές (αιτιολογίες), απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Και, β) σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενες, με το αναιρετήριο δικόγραφο, αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται σε, απορριπτικές, αιτιολογίες όχι της ίδιας, αλλά διαφορετικών αγωγικών βάσεων, καθώς και σε επάλληλες αιτιολογίες του Εφετείου. Και, 9) Ο δέκατος έβδομος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στο Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 2 παρ. 7 Ν. 2251/1994, με το να δεχθεί ότι οι επίμαχοι ΓΟΣ είναι δηλωτικοί και ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, ενόψει ομοίως των παραπάνω αναφερομένων.

 

III. Κατά την παρ. 1. άρθρου 2 του Ν. 2251/1994: "Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους

ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους.". Και, κατά την παρ. 2 αυτού: "Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα.". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 γ παρ. 1 ν. 2251/1994 απαγορεύονται, εν γένει, οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ο ορισμός των οποίων δίνεται στο άρθρο 9α του ίδιου νόμου. Ως αθέμιτη ορίζεται η πρακτική, που αντίκειται στους κανόνες της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή (9γ παρ. 2), και ιδίως, εμπορικές πρακτικές είναι αθέμιτες, όταν είναι παραπλανητικές ή επιθετικές (9γ παρ. 4). Κατά δε το άρθρο 9 δ παρ.1 του νόμου αυτού, (με τίτλο παραπλανητικές πράξεις): "Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι, συνεπώς, αναληθής ή, όταν με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία, τα οποία rιαρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε", ενώ κατά το άρθρο 9 ε: "παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο". Στην περίπτωση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών προβλέπονται, στο άρθρο 98 παρ. 1, 3 του ιδίου νόμου οι εξής κυρώσεις: "1...Κάθε καταναλωτής ή και ένωση καταναλωτών έχουν το δικαίωμα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9γ έως και 9η, να ζητούν τη δικαστική παύση κάθε αθέμιτης εμπορικής πρακτικής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που υφίστανται εξαιτίας της πρακτικής αυτής. 3. Ο Προμηθευτής στον οποίο αποδίδεται παράβαση των διατάξεων του παρόντος μέρους υποχρεούται να προσκομίζει στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αφορούν εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο, εν όψει των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένων υπόψη των έννομων συμφερόντων όλων των διαδίκων. Αν δεν προσκομισθούν τα στοιχεία αυτά ή κριθούν ανεπαρκή, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ή των εναγόντων καταναλωτών τεκμαίρονται αληθείς". Εξάλλου, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992, (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007) εκδόθηκε η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277/2002), η οποία, ως εκ τούτου, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1727/2008) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αυτή ίσχυε πριν τροποποιηθεί μεταγενέστερα, καθόσον οι επίμαχες δανειακές συμβάσεις συνήφθησαν κατά την τριετία 2006 - 2008. Με την εν λόγω Πράξη, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις, οι οποίες αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους, που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα δε με τις γενικές αρχές, που θεσπίζονται στην παράγραφο Α' της ίδιας ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις, που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους, κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων, για τον τρόπο εφαρμογής των όρων, που έχουν συμφωνηθεί, να ανταποκρίνονται, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, σε αίτημα των συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων, σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων, καθώς και να μεριμνούν, για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών, προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Ειδικότερα, για τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, δάνεια, θεσπiζεται υποχρέωση ενημέρωσης: α) σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε περίπτωση δανείων από συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. Β', αριθμ. 2, περίπτωση x) και β) για τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ Β. αριθμ. 2, περίπτωση xi). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται, περαιτέρω, στην παραπάνω πράξη, η ως άνω, όμως, απαίτηση δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά πρέπει να οδηγεί το δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι' αυτόν.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της ανωτέρω έφεσης της αναιρεσίβλητης και, ερευνώντας, στη συνέχεια, τον πρώτο λόγο της επικουρικώς ασκηθείσας, έφεσης των αναιρεσειόντων, έκρινε απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, ερειδομένη σε αδικοπραξία, φερόμενη ως τελεσθείσα από προστηθέντες υπαλλήλους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, με την παροχή, εκ μέρους τους, προς τους δανειολήπτες, ελλιπών, εσφαλμένων και παραπλανητικών πληροφοριών, αναφορικά με τα επίδικα δάνεια και ειδικότερα σχετικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβαναν αυτοί με τη σύναψη των επίμαχων ΓΟΣ και τις, εντεύθεν οικονομικές επιπτώσεις τους, κατά παράβαση των διατάξεων της 2501/2002 ΠΔΤΕ και των άρθρων 2 παρ. 1, 2, 6, 9 γ Ν. 2251/1994 και 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...η εναγομένη παρείχε πλήρη ενημέρωση στους δανειολήπτες τόσο κατά το στάδιο της προκαταρκτικής (πληροφοριακής) έρευνάς τους για τη λήψη δανείου όσο και στο μεταγενέστερο στάδιο, όταν αυτοί αποφάσιζαν τη λήψη δανείου. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης καταρχήν ενημέρωναν τους δανειολήπτες, για όλους τους συμβατικούς τύπους στεγαστικού δανείου που η εναγομένη προσέφερε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή (στεγαστικά σε ευρώ, σε ελβετικό φράγκο, εν μέρει σε ευρώ και εν μέρει σε φράγκο, ως προϊόν σύνθεσης με σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο) και τα χαρακτηριστικά των δανείων αυτών, παραδίδοντας σε αυτούς προς μελέτη σχετικό έντυπο, ώστε ο καταναλωτής να κατανοήσει και να επιλέξει συγκεκριμένο προϊόν και να αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά του και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τον τρόπο υπολογισμού του κεφαλαίου και των δόσεων αποπληρωμής. Εξηγείτο ότι τα δάνεια σταθερού επιτοκίου χορηγούνταν με αυξημένο ποσοστό ετήσιου επιτοκίου, το οποίο παρέμενε σταθερό σε όλη τη διάρκεια του δανείου, γεγονός που καθιστούσε δυνατό τον ακριβή προσδιορισμό, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης όλων των δόσεων αποπληρωμής, ενώ αντίθετα τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου χορηγούνταν με αισθητά χαμηλότερο ετήσιο επιτόκιο από αυτό του σταθερού επιτοκίου, πλην όμως ενείχαν την αβεβαιότητα της αυξομείωσής του στο μέλλον ανάλογα με τη μεταβολή του δείκτη αναφοράς στον οποίο παρέπεμπαν οι όροι της σύμβασης δανείου. Τυχόν πτώση του δείκτη αναφοράς θα ήταν επωφελής για τον δανειδοτούμενο λόγω μείωσης του ποσοστού επιτοκίου ενώ τυχόν αύξησή του θα ήταν επιβαρυντική, λόγω αντίστοιχης και ισόποσης με την μεταβολή αύξησης του ποσοστού επιτοκίου. Στα δάνεια σε συνάλλαγμα, πέραν της ενημέρωσης για το επιτόκιο και τον προαναφερόμενο επιτοκιακό κίνδυνο (από τις αυξομειώσεις του επιτοκίου), γινόταν ενημέρωση και για τον συναλλαγματικό κίνδυνο και συγκεκριμένα εκτενής και σαφής ενημέρωση και με χρήση αριθμητικών παραδειγμάτων, τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων σε ευρώ, με διαφορετικές και αποκλίνουσες σημαντικά μεταξύ τους τρέχουσες ισοτιμίες, για το πώς θα διαμορφωνόταν η δόση και πως σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας θα μειωθεί ή θα αυξηθεί αυτή, ώστε να αντιληφθεί o δανειολήπτης την έννοια του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβανε με την επιλογή του. Ειδικότερα στο πληροφοριακό έντυπο της εναγομένης με τίτλο "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ" που χορηγείτο σε όλους του δανειολήπτες αναφέρονται, όσον αφορά τα δάνεια σε συνάλλαγμα, κατά λέξη τα εξής: "Ο δανεισμός σε συνάλλαγμα προσφέρει ένα επιτοκιακό πλεονέκτημα σε σχέση με ένα αντίστοιχο δάνειο σε EURΟ. Αναλαμβάνονται όμως συγκεκριμένοι κίνδυνοι συναλλάγματος που μπορούν εύκολα να ανατρέψουν αυτό το πλεονέκτημα και να επιβαρύνουν σημαντικά. Ο ένας από τους κινδύνους που αναλαμβάνεται είναι ο κίνδυνος του επιτοκίου του νομίσματος που επιλέγει o πελάτης. Το επιτόκιο αυτό που αναπροσαρμόζεται κάθε μήνα μπορεί να αυξηθεί στο μέλλον επιβαρύνοντας τη δόση του δανείου. Όμως, ο πλέον σημαντικός κίνδυνος όταν δεν υπάρχουν εισοδήματα στο νόμισμα του δανείου αλλά μόνον σε EURΟ είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Συγκεκριμένα το EURΟ είναι πιθανόν να υποτιμηθεί σε σχέση με το νόμισμα που επιλέγεται μία η περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του δανείου. Στην περίπτωση αυτή, λόγω του ότι οφειλή είναι σε ξένο νόμισμα, η καταβολή σε EURΟ για τη δόση του δανείου θα επιβαρυνθεί αναλογικά με το ποσοστό της υποτίμησης. Ταυτόχρονα, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου σε όρους EURΟ θα αναπροσαρμοστεί επίσης κατά το ίδιο ποσοστό. Είναι ευνόητο λοιπόν από τα παραπάνω, ότι η εκάστοτε επιβάρυνση θα καθορίζεται από τους εν πολλοίς απρόβλεπτους παράγοντες της εξέλιξης του επιτοκίου του νομίσματος που επιλέγεται καθώς και από τη σχέση του ως προς το EURΟ. Πρέπει να γίνει γνωστό ότι τυχόν δυσμενής εξέλιξη στους παράγοντες αυτούς μπορεί όχι μόνο να εξανεμίσει τα όποια σημερινά πλεονεκτήματα έναντι ενός αντίστοιχου δανείου σε EURΟ αλλά και να δημιουργήσει πολύ σημαντικές πρόσθετες επιβαρύνσεις". Στη συνέχεια, σε περίπτωση που, μετά την κατά τα άνω προφορική και έγγραφη ενημέρωση, ο δανειολήπτης αποφάσιζε τη σύναψη δανείου σε συνάλλαγμα και ειδικότερα σε ελβετικό φράγκο, οι τραπεζικοί υπάλληλοι της εναγομένης του παρέδιδαν ατομική ενημερωτική επιστολή (σχέδιο της οποίας είχε λάβει για να ενημερωθεί πριν την υπογραφή της σύμβασης),

η οποία είχε αντίστοιχο με το προαναφερόμενο "Γενικό Ενημερωτικό Έντυπο" περιεχόμενο: "Επιλέγοντας ένα δανειακό πρόγραμμα σε συνάλλαγμα, στην προκειμένη περίπτωση Ελβετικό Φράγκο, θα πρέπει να συνυπολογίζονται οι πιθανές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου που είναι το νόμισμα χορήγησης σε σχέση με το EURΟ. Συγκεκριμένα στην περίπτωση αποδυνάμωσης ή ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος σε σχέση με το EURΟ, λόγω του ότι η μηνιαία σας δόση είναι σε ξένο νόμισμα, το ισόποσο σε EURΟ, που θα πρέπει να καταβάλλεται θα επηρεάζεται αναλογικά από το ποσό της μεταβολής της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων. Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου σε σχέση με το EURΟ αναπροσαρμόζεται κατά το ίδιο ποσοστό το κεφάλαιο του δανείου σας. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος, αυξάνεται το κεφάλαιο του δανείου ενώ στην περίπτωση αποδυνάμωσής του το κεφάλαιο μειώνεται αντίστοιχα. Στη βάση αυτή, εάν αποφασίσετε να αλλάξετε το νόμισμα του δανείου σας σε EURΟ, τη χρονική στιγμή που αποδυναμώνεται το ελβετικό νόμισμα σε σχέση με το EURΟ τότε θα έχετε αποκομίσει σημαντικό κέρδος σε σχέση με το οφειλόμενο κεφάλαιο". Μάλιστα στα αριθμητικά παραδείγματα που χρησιμοποιούντο, κατά την ενημέρωση, παρατίθεται η διακύμανση της ισοτιμίας όχι μόνο κατά την τελευταία πριν τη σύναψη του δανείου τριετία (όπως επιτασσόταν με την 484/19.3.2007 Σύσταση της ΤΤΕ), αλλά από το έτος εισαγωγής του ευρώ στην παγκόσμια αγορά, ήτοι το 1999. Το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων (πληροφορικό έντυπο, επιστολή), είναι σαφές και κατανοητό και ενημερώνεται πλήρως ο δανειολήπτης για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτού, με κυριότερο τον συναλλαγματικό κίνδυνο, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι ο μέσος δανειολήπτης κατανοούσε πλήρως ότι συνήψε δάνειο σε συνάλλαγμα και είχε πλήρη και σαφή αντίληψη του συναλλαγματικού κινδύνου. Καταρχήν η έννοια της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν είναι ακατάληπτη, κατά περιεχόμενο, ούτε παρουσιάζει πολυπλοκότητες και δυσχέρειες κατανόησης, ούτε απαιτεί για την κατανόησή της εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, αλλά είναι πασίδηλη και οικεία στην καθημερινότητα, ο δε μέσος καταναλωτής, ήτοι αυτός που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος κατά τις συναλλαγές (ή έστω και απρόσεκτος αλλά στοιχειωδώς μέσης αντίληψης), μπορούσε απολύτως να κατανοήσει ότι οι ισοτιμίες σε βάθος χρόνου, όσο διαρκεί η αποπληρωμή στεγαστικών δανείων, υπόκεινται σε διακυμάνσεις, τις οποίες ουδείς μπορεί να προβλέψει καθώς επίσης και ότι κάθε μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναπόδραστα θα επηρέαζε το ποσό της καταβαλλόμενης δόσης είτε προς όφελός του είτε σε βάρος του και μπορούσε να εκτιμήσει τον αναλαμβανόμενο εκ μέρους του συναλλαγματικό κίνδυνο, χωρίς να χρειάζεται νο έχει ιδιαίτερες γνώσεις χρηματικοοικονομικών για να αντιληφθεί τούτο. Οι μεν παράγοντες διαμόρφωσης της ισοτιμίας είναι πράγματι πολύπλοκοι και το αποτέλεσμα απρόβλεπτο, η ίδια όμως η έννοια της ισοτιμίας και η δυνατότητα μεταβολής αυτής δεν προϋποθέτει τη γνώση του μηχανισμού διαμόρφωσης των ισοτιμιών. Εξάλλου, στη σύναψη δανείων σε ελβετικό φράγκο οδηγήθηκαν ακριβώς επειδή απέβλεψαν στην ευνοϊκή ισοτιμία φράγκου-ευρώ κατά το χρόνο κατάρτισης της Σύμβασης και στο χαμηλό επιτόκιο LIBOR και η αντιπαραβολή και η σύγκριση του δανείου σε φράγκο με το δάνειο σε ευρώ, αποτέλεσε τη βάση της απόφασης κατάρτισης δανείου σε ξένο νόμισμα, γεγονός που ενδεικνύει ότι είχαν αντιληφθεί πλήρως το αντιστάθμισμα του κινδύνου διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επέλεξαν δε τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα όχι λόγω ελλειμματικής ή παραπλανητικής ενημέρωσης της εναγομένης, αλλά προχώρησαν στην απόφασή τους αυτή έχοντας σαφή και πλήρη ενημέρωση για το είδος της σύμβασης τους κινδύνους που αναλάμβαναν, βασιζόμενοι σε άλλα κίνητρα (π.χ. χαμηλότερο επιτόκιο ή προσδοκία ευμενούς μεταβολής ή διατήρησης της ισοτιμίας στο μέλλον), αναλαμβάνοντας εντούτοις τον προκείμενο κίνδυνο, προκειμένου να απολαύσουν την αντισταθμιστική ωφέλεια. Όσον αφορά δε το ύψος της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, το οποίο δεν ελέγχεται από την εναγομένη, αλλά προκύπτει από την λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς συναλλάγματος, δεδομένης της ευχέρειας λήψης της σχετικής πληροφόρησης από δημοσιεύσεις στον τύπο, από αναρτήσεις στο διαδίκτυο αλλά και από ανακοινώσεις που εκτίθενται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της εναγομένης ή κάποιας άλλης τράπεζας. Ο δε αριθμητικός προσδιορισμός της οικονομικής επιβάρυνσης που o οφειλέτης αναλάμβανε δεν είναι αόριστος, αλλά ορισμένος και προκύπτει από την υφιστάμενη κατά την κρίσιμη περίοδο σχέση ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου με την εκτέλεση ενός απλού μαθηματικού υπολογισμού, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα. Περαιτέρω, δεδομένου ότι... η επίδικη σύμβαση δεν είναι επενδυτικό προϊόν, ώστε να εφαρμόζεται o ν. 3606/2007 για υποχρέωσεις ενημέρωσης των επενδυτών και επομένως ούτε το άρθρο 49 παρ. 1 ν. 3371/2005, που επιβάλλει οι υπάλληλοι που παρέχουν τη σχετική ενημέρωση να έχουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών, η ενημέρωση των συναλλασσόμενων δεν έπρεπε να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, όπως προβλέπεται στο Κεφάλαιο 3, άρθρο 1 περ, στ', παρ. 2 του ΠΔ 2501/2002, που αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, ούτε οι υπάλληλοι της εναγομένης, που παρείχαν τη σχετική ενημέρωση έπρεπε να έχουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών κατά το παραπάνω άρθρο... Πλέον των ανωτέρω, η εναγομένη ενημέρωνε τους δανειολήπτες προφορικώς και εγγράφως, για τα προγράμματα προστασίας τους από τον συναλλαγματικό κίνδυνο και έθετε στη διάθεσή τους τέτοια προγράμματα και συγκεκριμένα:

α) "το Πρόγραμμα Προστασίας Δόσης οπό πιθανές διακυμάνσεις της Συναλλαγματικής Ισοτιμίας, βάσει του οποίου οι δανειολήπτες εξασφάλιζαν, με προσαύξηση του επιτοκίου δανεισμού κατά περίπου 0,155 ότι σε περίπτωση αυξήσεως της δόσης, λόγω υπερτίμησης του ελβετικού φράκου, η επιβάρυνσή του (αύξηση τη καταβλητέας δόσης) δεν θα υπερέβαινε το 5% συγκρίνοντας την Ισοτιμία Βάσης (σχέση φράγκου ευρώ κατά το χρόνο εκταμίευσης) με την τρέχουσα ισοτιμία (σχέση φράγκου/ευρώ) κατά το χρόνο πληρωμής της δόσης. Προσέφερε επίσης στο δανειολήπτη τη δυνατότητα ανανέωσης για μία ακόμα τριετία του ανωτέρω προγράμματος προστασίας δόσης. Πρόγραμμα προστασίας της δόσης για μεγαλύτερο της τριετίας διάστημα δεν μπορούσε να παράσχει η εναγομένη, αφού τέτοιο προϊόν δεν υπήρχε τότε ούτε άλλωστε υπάρχει στην παγκόσμια αγορά. Ειδικότερα όσον αφορά το πρόγραμμα προστασίας δόσης συμφωνήθηκε ότι: "1α. Η προστασία καλύπτει τις 36 μηνιαίες δόσεις του δανείου (εφεξής "Διάρκεια Προστασίας"). 1β. Ο οφειλέτης καταβάλει τις δόσεις για την αποπληρωμή του δανείου σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης την ημέρα καταβολής (εφεξής "τρέχουσα ισοτιμία"). Στην περίπτωση, που η τρέχουσα ισοτιμία μειωθεί σε ποσοστό πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) σε σχέση με την τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της εκταμίευσης του δανείου (εφεξής "ισοτιμία βάσης"), η Τράπεζα θα περιορίζει την μείωση στο όριο αυτό (5%) (εφεξής εφαρμοζόμενη ισοτιμία). Κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή η δόση για την αποπληρωμή του Δανείου υπολογίζεται με βάση την εφαρμοζόμενη ισοτιμία. Ως τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης στον παρόντα όρο νοείται η τιμή πώλησης, καθορίζεται από την Τράπεζα και αναγράφεται στον Πίνακα Δελτίου Συναλλάγματος της Τράπεζας τη συγκεκριμένη ημέρα. Κόστος προστασίας: Ο οφειλέτης επιβαρύνεται για την παροχή της προστασίας καθ' όλη τη διάρκεια αυτής με αύξηση του επιτοκίου του όρου 2 του Προσαρτήματος Ι της σύμβασης κατά 0,20%. 3α. Ο οφειλέτης αποδέχεται ρητά ότι σε περίπτωση, που η τρέχουσα ισοτιμία αυξηθεί σε ποσοστό ανώτερο του πέντε τοις εκατό (5%) σε σχέση με την βάση, η Τράπεζα περιορίζει την αύξηση στο όριο αυτό (5%). Το όριο αυτό αποτελεί το ανώτατο όριο οφέλους του οφειλέτη, που μπορεί να προκύψει από την πιθανή διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας CHF σε σχέση με το ευρώ κατά τον υπολογισμό των δόσεών του". Προσέτι, η εναγομένη παρείχε τη συμβατική δυνατότητα στον οφειλέτη (δανειολήπτη) της αδάπανης μετατροπής του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και μάλιστα ανά πάσα στιγμή χωρίς περιορισμούς, (όροι 4.12,13, 14 του Παραρτήματος 1 των συμβάσεων), μέτρο που θεωρείται ήδη άνευ ετέρου επαρκές για την προστασία των δανειληπτών σε αλλοδαπό νόμισμα με νομοθέτημα που θεσπίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση δέκα χρόνια μετά την χορήγηση των επίδικων δανείων... Η δε εναγομένη... έθεσε στίς επίδικες συμβάσεις τον ανωτέρω όρο που επέτρεπε την αδάπανη μετατροπή παρέχοντας όχι μόνο ένα αλλά δύο μέσα προστασίας από τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Τον μηχανισμό αυτό της μετατροπής του δανείου (που τέθηκε στη σύμβαση υπέρ του δανειζόμενου για να αποφασίσει οποιαδήποτε στιγμή να τον χρησιμοποίησει για να προστατευτεί από μελλοντικές συναλλαγματικές διακυμάνσεις) θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιήσει οι δανειολήπτες από τότε που άρχισε η άνοδος του ελβετικού φράγκου, (η οποία όπως εκτέθηκε ήταν σταδιακή) και να έχουν περιορίσει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, οι περισσότεροι όμως από αυτούς δεν επέλεξαν να αξιοποιήσουν την δυνατότητα αυτή. Τέλος αποδείχθηκε ότι τα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν κατόπιν αιτήσεως των δανειοληπτών και ελέγχου της πιστοληπτικής τους ικανότητας, οι οποίοι μάλιστα παρείχαν στην εναγομένη εγγυήσεις (προσημειώσεις επί ακινήτων). Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά πάγια τακτική, ενημέρωνε τους δανειολήπτες σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο, καθιστώντας σαφή και κατανοητό τον κίνδυνο της δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, επισημαίνοντας μάλιστα με ρητό όρο ότι η σύμβαση ενέχει ουσιώδη κίνδυνο, τον οποίο αναλαμβάνει κατόπιν ενημέρωσης o πελάτης, και επίσης τους ενημέρωσε και για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της ισοτιμίας. Συνεπώς, τήρησε τις υπαγορευόμενες τόσο από τις γενικές διατάξεις (κυρίως άρ. 288 ΑΚ) όσο και από τις ειδικές διατάξεις (προπαντός ΠΔ/ΤΕ 2501/2002) υποχρέωσεις της και εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για ενημέρωση και πληροφόρηση των αντισυμβαλλομένων της. Πληρέστερη και ακριβέστερη πληροφόρηση από την εναγομένη, αναφορικά με το εύρος μιας μελλοντικής διακύμανσης της επίμαχης ισοτιμίας δεν ήταν προφανώς εφικτή κατά τον χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης, αφού η ισοτιμία δύο νομισμάτων αποτελεί μέγεθος μεταβλητό και μη ελεγχόμενο από ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα ή εξαρτώμενο από έναν μόνο παράγοντα, αλλά επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες, (όπως από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, τα επιτόκια, το ισοζύγιο πληρωμών, τον πληθωρισμό, τα επίπεδα τιμών, την παρέμβαση των Κεντρικών Τραπεζών, αλλά και από τις προσδοκίες του κοινού... Κατά την υπογραφή της σύμβασης ήταν αδύνατη για αμφότερα τα μέρη η πρόβλεψη της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων για το χρονικό διάστημα των επόμενων είκοσι ή τριάντα ετών που θα διαρκούσε η αποπληρωμή του δανείου. Ούτε μπορούσε η εναγομένη να προβλέψει την ανατροπή της σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, εφόσον αυτή δεν καθορίζεται μονομερώς από την ίδια, και ούτε καθόριζε αυτή την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου μονομερώς και κατά την απόλυτη κρίση της. Εφόσον πρόκειται για μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, το οποίο βρίσκεται εκτός της σφαίρας επιρροής της δεν μπορεί να κληθεί η εναγομένη να προσδιορίσει ή να προβλέψει το μέγεθος ή τον χρόνο εκδήλωσης του κινδύνου. Ειδικά δε ως προς τις σημαντικές διακυμάνσεις, το παράδειγμα της αιφνιδιαστικής απελευθέρωσης της ισοτιμίας τον Ιανουάριο του 2015 με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας και μόνο κατέδειξε ότι ένα ελληνικό πιστωτικό ίδρυμα πρακτικά δεν μπορεί να γνωρίζει (ή πόσο μάλλον να ελέγξει) τη δραματική μεταβολή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων. Σημειώνεται πάντως ότι η πρακτική κάθε πιστωτικού Ιδρύματος, εξαρτώμενη από τη συμπεριφορά συγκεκριμένων κάθε φορά υπαλλήλων, δεν εμφανίζει ενότητα, συνέπεια και συνέχεια με αποτέλεσμα να ενδέχεται να υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις, στις οποίες η ενημέρωση δεν δόθηκε καθόλου ή αυτή υπήρξε ελλιπής. Γενικά όμως και σε πλαίσια συλλογικής αγωγής δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι έχει λάβει χώρα ενημέρωση του (υποψήφιου) δανειολήπτη. Η εναγομένη τράπεζα αποδείχθηκε ότι κατά κανόνα τήρησε την προπεριγραφείσα πάγια τακτική ενημέρωσης των δανειοληπτών εκπληρώνοντας την υποχρέωσή της προς ενημέρωσή τους. Το πόρισμα για κάθε εξεταζόμενη in concreto περίπτωση συνάγεται επί τη βάσει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών εκάστης υπόθεσης, χωρίς το πόρισμα για μία περίπτωση να μπορεί να γενικευθεί αναντίρρητα και σε όλες τις άλλες και ιδίως στα πλαίσια συλλογικής αγωγής. Περαιτέρω, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν συντρέχει περίπτωση ελλαττωματικού προϊόντος/επικίνδυνης υπηρεσίας εκ μέρους της εναγομένης, υπό την έννοια ότι αυτή ως προμηθευτής παρείχε ένα μη ασφαλές προϊόν/υπηρεσία αφού η επίμαχη σύμβαση δεν ήταν εκ προοιμίου μη ασφαλής αλλά καταρχήν παρείχε σημαντικό όφελος στους δανειολήπτες, ο δε κίνδυνος που ενείχε αφενός μεν ήταν συμβατός με την φύση της σύμβασης και δεν εξαρτάτο από την εναγομένη αφετέρου δε η τελευταία ούτε απέκρυψε τον κίνδυνο αυτόν στους καταναλωτές και περαιτέρω μερίμνησε για την ασφάλειά τους, παρέχοντάς τους προγράμματα αντιστάθμισής του οι δε καταναλωτές συνειδητά το επέλεξαν και ενέμειναν στη χρήση του προϊόντος/υπηρεσίας, προσβλέποντας στα εξ αυτής προαναφερόμενα οφέλη...". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις της ανωτέρω ΠΔΤΕ και 9 γ' Ν. 2251/1994 και ορθά ερμηνεύοντας δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 2 και 6 Ν. 2251/1994, καθώς και του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και δεν παραβίασε αυτές, ευθέως ή

εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων, που εφάρμοσε και της ορθής μη εφαρμογής των διατάξεων, που δεν εφάρμοσε και τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, που, αναιρετικά ανέλεγκτα, δέχθηκε, δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του. Τούτο δε, καθόσον, ειδικότερα, δέχθηκε, σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση των δανειοληπτών, ότι: 1) Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωναν τους δανειολήπτες, για όλους τους συμβατικούς τύπους στεγαστικού δανείου, που η εναγομένη προσέφερε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή (στεγαστικά σε ευρώ, σε ελβετικό φράγκο, εν μέρει σε ευρώ και εν μέρει σε φράγκο, ως προϊόν σύνθεσης με σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο) και τα χαρακτηριστικά των δανείων αυτών, παραδίδοντας σε αυτούς προς μελέτη σχετικό έντυπο. 2) Οι υπάλληλοι της εναγομένης εξηγούσαν στους καταναλωτές ότι τα δάνεια σταθερού επιτοκίου χορηγούνταν με αυξημένο ποσοστό ετήσιου επιτοκίου, το οποίο παρέμενε σταθερό σε όλη τη διάρκεια του δανείου, γεγονός που καθιστούσε δυνατό τον ακριβή προσδιορισμό, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης όλων των δόσεων αποπληρωμής, ενώ αντίθετα τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου χορηγούνταν με αισθητά χαμηλότερο ετήσιο επιτόκιο από αυτό του σταθερού επιτοκίου, πλην όμως ενείχαν την αβεβαιότητα της αυξομείωσής του στο μέλλον, ανάλογα με τη μεταβολή του δείκτη αναφοράς στον οποίο παρέπεμπαν οι όροι της σύμβασης δανείου. 3) Ενημέρωναν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, τους δανειολήπτες, ότι τυχόν πτώση του δείκτη αναφοράς θα ήταν επωφελής για τον δανειδοτούμενο λόγω μείωσης του ποσοστού επιτοκίου ενώ τυχόν αύξησή του θα ήταν επιβαρυντική, λόγω αντίστοιχης και ισόποσης με την μεταβολή αύξησης του ποσοστού επιτοκίου. 4) Στα δάνεια σε συνάλλαγμα, πέραν της ενημέρωσης για το επιτόκιο και τον προαναφερόμενο επιτοκιακό κίνδυνο (από τις αυξομειώσεις του επιτοκίου), γινόταν ενημέρωση και για τον συναλλαγματικό κίνδυνο και συγκεκριμένα εκτενής και σαφής ενημέρωση και με χρήση αριθμητικών παραδειγμάτων, τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων σε ευρώ, με διαφορετικές και αποκλίνουσες σημαντικά μεταξύ τους τρέχουσες ιστοτιμίες, για το πώς θα διαμορφωνόταν η δόση και πώς, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας, θα μειωθεί ή θα αυξηθεί αυτή και τους χορηγούσε το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη ειδικό πληροφοριακό έντυπο, με λεπτομερείς πληροφορίες, σχετικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο, που ανελάμβαναν, σε περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου, προς το ευρώ και ότι τυχόν δυσμενής εξέλιξη στους παράγοντες αυτούς μπορεί όχι μόνο να εξανεμίσει τα όποια σημερινά πλεονεκτήματα, έναντι ενός αντίστοιχου δανείου σε EURΟ, αλλά και να δημιουργήσει πολύ σημαντικές πρόσθετες επιβαρύνσεις. 5) Τους παρέδιδαν (υπάλληλοι της εναγομένης) ατομική ενημερωτική επιστολή, αντίστοιχου προς το παραπάνω ενημερωτικό έντυπο περιεχομένου. 6) Ενημερωνόταν οι δανειολήπτες ότι στην περίπτωση αποδυνάμωσης ή ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος σε σχέση με το EURΟ, λόγω του ότι η μηνιαία δόση είναι σε ξένο νόμισμα, το ισόποσο σε EURΟ, που θα πρέπει να καταβάλλεται θα επηρεάζεται αναλογικά από το ποσό της μεταβολής της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, με την επισήμανση ότι στην περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου σε σχέση με το EURΟ αναπροσαρμόζεται κατά το ίδιο ποσοστό και το κεφάλαιο του δανείου. 7) Ενημερωνόταν οι δανειολήπτες ότι σε περίπτωση ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος, αυξάνεται το κεφάλαιο του δανείου, ενώ στην περίπτωση αποδυνάμωσής του το κεφάλαιο μειώνεται αντίστοιχα. 8) Χρησιμοποιούσαν, κατά την ενημέρωση των δανειοληπτών, αριθμητικά παραδείγματα με παράθεση της διακύμανσης της ισοτιμίας όχι μόνο κατά την τελευταία, πριν τη σύναψη του δανείου τριετία, αλλά από το έτος εισαγωγής του ευρώ στην παγκόσμια αγορά, ήτοι το 1999. 9) Η εναγομένη ενημέρωνε τους δανειολήπτες προφορικώς και εγγράφως, για τα προγράμματα προστασίας τους από τον συναλλαγματικό κίνδυνο και έθετε στη διάθεσή τους τέτοια προγράμματα και συγκεκριμένα: α) προσέφερε το Πρόγραμμα Προστασίας Δόσης από πιθανές διακυμάνσεις της Συναλλαγματικής Ισοτιμίας. Και, β) προσέφερε στο δανειολήπτη τη δυνατότητα ανανέωσης για μία ακόμα τριετία του ανωτέρω προγράμματος προστασίας δόσης. Και, 10) Παρείχε η εναγομένη τη συμβατική δυνατότητα στον οφειλέτη (δανειολήπτη) της αδάπανης μετατροπής του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και μάλιστα ανά πάσα στιγμή, χωρίς περιορισμούς. Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών και δη εξειδίκευση των αριθμητικών παραδειγμάτων, που χρησιμοποιούσε η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, καθώς και η αναφορά, σχετικά με το ποιες ήταν οι αποκλίνουσες σημαντικά μεταξύ τους ισοτιμίες. Ενώ, περαιτέρω, δεν αντιφάσκουν, λογικά, μεταξύ τους, οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης ότι: α) οι δανειολήπτες επέλεξαν τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα όχι λόγω ελλειμματικής ή παραπλανητικής ενημέρωσης της εναγομένης, αλλά προχώρησαν στην απόφασή τους αυτή έχοντας σαφή και πλήρη ενημέρωση για το είδος της σύμβασης τους κινδύνους που αναλάμβαναν, βασιζόμενοι σε άλλα κίνητρα (π.χ. χαμηλότερο επιτόκιο ή προσδοκία ευμενούς μεταβολής ή διατήρησης της ισοτιμίας στο μέλλον), αναλαμβάνοντας εντούτοις τον προκείμενο κίνδυνο, προκειμένου να απολαύσουν την αντισταθμιστική ωφέλεια. Και, β) Πρόγραμμα προστασίας της δόσης για μεγαλύτερο της τριετίας διάστημα δεν μπορούσε να παράσχει η εναγομένη, αφού τέτοιο προϊόν δεν υπήρχε τότε ούτε άλλωστε υπάρχει στην παγκόσμια αγορά. Και τούτο διότι η μία δεν αποκλείει την άλλη. Ούτε η περαιτέρω αιτιολογία, που πλεοναστικά διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του και δη, ότι δεν αποκλείεται να υπήρξαν και μεμονωμένες περιπτώσεις καταναλωτών, στις οποίες αυτοί δεν ενημερώθηκαν, αντιφάσκει προς την, αποκλειστικά, στηρίζουσα το πόρισμά του αιτιολογία, περί της κατά κανόνα ενημέρωσης των δανειοληπτών, από τους εντεταλμένους, προς τούτο, υπαλλήλους της ήδη αναιρεσίβλητης. Και τούτο, καθόσον στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής, όπως η ένδικη, που, όπως αναφέρθηκε, έχει ως αντικείμενο όχι τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης, είναι, αντικειμενικά, ανέφικτη τέτοια κρίση, δηλαδή εξατομικευμένη, σχετικά με την πλήρη ενημέρωση, που είχε ο καθένας, από τους χιλιάδες καταναλωτές, πελάτες της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, εκ μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων της, η οποία (κρίση) ανάγεται στο αντικείμενο σχετικής ατομικής αγωγής, που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ασκήσει κάθε θιγόμενος καταναλωτής, ο οποίος, μάλιστα, δεν δεσμεύεται από το αρνητικό, ενδεχομένως, δεδικασμένο, που απορρέει από την (τελεσίδικη) απόρριψη της συλλογικής αγωγής. Επομένως, οι δέκατος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ενδέκατος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους τα αναιρεσείοντα, προσάπτουν στο Εφετείο, αντίστοιχα, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων της ανωτέρω ΠΤΔΕ, των άρθρων 4 παρ. 2 της προαναφερθείσας Οδηγίας και των άρθρων 2 παρ. 6 και, 9γ του Ν. 2251/1994, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι. Αβάσιμος, επίσης, ενόψει των προεκτεθέντων, κρίνεται και ο δέκατος πέμπτος λόγος, κατά την αιτίασή του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 4 παρ. 2 της ίδιας, ως άνω, Οδηγίας και 2 παρ. 1 – 2 Ν. 2251/1994, συνισταμένη σε ανεπαρκείς, ελλιπείς αιτιολογίες και αντιφατικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, που την αποστερούν από τη νομική της βάση, γιατί, κατά τα όσα υποστηρίζουν τα αναιρεσείοντα, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο πόρισμα του σχετικού δικανικού της συλλογισμού, δεν μπορεί να συναχθεί ότι τηρήθηκαν οι όροι του νόμου για την επιβεβλημένη προσυμβατική ενημέρωση των δανειοληπτών από την ήδη αναιρεσίβλητη - εναγομένη, τράπεζα.

 

ΙV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της φράσης "...ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά", με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων, που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 1202/2000). Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 865/2017). Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο αρκέστηκε σε ήσσονα βαθμό δικανικής πεποίθησης από αυτόν που αξιώνει ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοιου είδους πλημμέλεια εμπίπτουσα στην παραπάνω διάταξη, λαμβάνει χώρα συνεπώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 499/2007, ΑΠ 437/2004). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο προαναφερθείς ενδέκατος αναιρετικός λόγος, κατά την αιτίασή του, από τον αριθμό 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο ότι με πιθανολόγηση και όχι με πλήρη απόδειξη, όπως απαιτείται, εν προκειμένω, έκρινε ότι ενημερώθηκαν, σχετικά με τις προαναφερθείσες περιστάσεις, οι δανειολήπτες, γιατί δέχθηκε, ότι, κατά κανόνα, υπήρξε πλήρης ενημέρωση αυτών, χωρίς, όμως και να μπορεί ν' αποκλεισθούν μεμονωμένες περιπτώσεις, στις οποίες δεν συνέβη τούτο, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, το Εφετείο με πλήρη απόδειξη και όχι με πιθανολόγηση δέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης ενημέρωση των δανειοληπτών. Η δε πλεοναστικώς διατυπωθείσα, όπως ήδη αναφέρθηκε, σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης ότι μπορεί να υπήρξαν και μεμονωμένες περιπτώσεις δανειοληπτών, που δεν ενημερώθηκαν πλήρως, δεν συνιστά, στην προκειμένη περίπτωση, πιθανολόγηση, καθόσον η συλλογική αγωγή, όπως η ένδικη, από τη φύση της, αποβλέπει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, στη διαφύλαξη του "διάχυτου καταναλωτικού συμφέροντος" και δεν αναφέρεται σε ατομικά θιγόμενους καταναλωτές, που μπορούν, σε περίπτωση μη ενημέρωσής τους, κατά τα προεκτεθέντα, να ασκήσουν, σχετικώς, ατομικές αγωγές.

 

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.  Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί. Έτσι, ο λόγος αυτός, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015, ΑΠ 411/2012). Έτσι, είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικόν τύπον, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια. Εξάλλου, τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ.), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. Εφόσον δε, το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ.). Ενώ, η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η μη γνησιότητα του περιεχομένου, τούτο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη το ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, χωρίς να είναι αναγκαίο, για το κύρος του, να φέρει χρονολογία (ΑΠ 236/1979).

 

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενα αυτό ότι έλαβε υπόψη την άνευ χρονολογίας επιστολή, με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ενημέρωνε τους καταναλωτές για το συναλλαγματικό κίνδυνο, της οποίας αυτά αμφισβήτησαν τη γνησιότητα, χωρίς, προηγουμένως, να αποφανθεί επί του εν λόγω ισχυρισμού τους. Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας, όπως προκύπτει τούτο από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και συγκεκριμένα, δεν προβλήθηκε αυτός, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν προσκομίσθηκε τούτο από την αντίδικό τους ή με λόγο της ένδικης έφεσής τους ή έστω με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, ως εφεσιβλήτων στην ένδικη έφεση της τελευταίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ίδιος λόγος κρίνεται αβάσιμος, καθόσον ο μόνος ισχυρισμός, που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, σχετικά με την επίμαχη επιστολή, επίσης, κατά τα προκύπτοντα από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης, ήταν ότι αυτή (επιστολή) δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, γιατί δεν έφερε ημεροχρονολογία συντάξεώς της και αυτός (ισχυρισμός), σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, δεν συνιστά ένσταση περί μη γνησιότητάς της και, συνακόλουθα, το Εφετείο, που δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, παραδεκτά έλαβε υπόψη το επίμαχο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, με τον δέκατο τρίτο λόγο, επίσης, από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, τα αναιρεσείοντα μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του σειρά εγγράφων, τα οποία αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και, ειδικότερα: 1) τις μαρτυρικές καταθέσεις υπαλλήλων της ήδη αναιρεσίβλητης, που εξετάσθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ της τελευταίας και τρίτων και δη στις δίκες, κατ' αυτής, των εναγόντων: α) Π. και Α., ) Μ. ) Α. και Μ. Α., δ) Τ. Α., Τ. Ε. και Φ. Μ., ε) Κ. Δ., ) Π. Κ., ) Θ. Σ. και Θ. Μ. και, η) Κ. Κ. και Κ. Ε.. 2) Το από 06-10-2006 εσωτερικό έγγραφο της ήδη αναιρεσίβλητης, αναφορικά με τον τρόπο εκπαίδευσης των υπαλλήλων της για να ενημερώνουν τους δανειολήπτες, πελάτες της. 3) Το έγγραφο της ήδη αναιρεσίβλητης με τίτλο "ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΠΩΛΗΣΗΣ". Και, 4) διαφημιστικό έγγραφο της ήδη αναιρεσίβλητης στον Τύπο. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι, το Εφετείο, συνήγαγε το πόρισμά του: "...Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιος συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, εκτιμώμενες αυτοτελώς αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου... τις υπ' αριθμ. .../2015, .../14 ένορκες ενώπιον Συμβ/φου βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομότυπα με επιμέλεια των εναγουσών και τις υπ' αριθμ. ...2015 και ...2015 ένορκες, ενώπιον Συμβ/φου, βεβαιώσεις, που ελήφθησαν νομότυπα με επιμέλεια της εναγομένης...., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που διάδικοι νόμιμα, μετ' επικλήσεως, προσκομίζουν, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά..., χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της ουσίας της διαφοράς, λαμβανόμενα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης..., τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα κοινής πείρας ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερόμενα, που φέρεται ότι αγνοήθηκαν.

 

VΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ʼρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011). Με τον δωδέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα αναιρεσείοντα, αποδίδουν στο Εφετείο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το χωρίς ημερομηνία έγγραφο της ατομικής επιστολής ενημέρωσης των δανειοληπτών και ανέγνωσε σε αυτό χρονολογία, από την οποία συνήγαγε την παράδοσή του στους δανειζομένους προ της υπογραφής των επίμαχων δανειστικών συμβάσεων. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθόσον από τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το επίμαχο έγγραφο και δεν δέχθηκε ότι αυτό φέρει ημερομηνία, που δεν έχει, αλλά, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στην κρίση ότι αυτό επιδείχθηκε και παραδόθηκε στους δανειολήπτες της αναιρεσίβλητης, κατά το προσυμβατικό στάδιο, δηλαδή, πριν αυτοί προβούν στην υπογραφή των ενδίκων δανειακών συμβάσεων και, έτσι, συνήγαγε διαφορετικό, από το επιθυμητό στα αναιρεσείοντα, πόρισμα.

 

VΙΙ. Στο άρθρο 10 παρ. 16 περ. α' του ν. 2251/1994, προβλέπεται η "εν στενή εννοία "strictο sensυ" αγωγή, η οποία έχει διαφορετική δομή. Με την αγωγή αυτή, η ένωση καταναλωτών δικαιούται να ζητεί "...την παράλειψη της παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή... (περ. α'), ιδίως όταν αυτή συνίσταται στη διατύπωση και χρήση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών χωρίς να αποκλείεται και η σώρευση αιτήματος για την καταβολή ποσού ως "...χρηματικής ικανοττοίησης λόγω ηθικής βλάβης" (περ. β'). Η ένωση νομιμοποιείται να ασκήσει την προκείμενη αγωγή όχι για λογαριασμό συγκεκριμένου καταναλωτή, αλλά για την προστασία των "...γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού ....). Η συλλογική αγωγή δεν έχει ως αντικείμενο τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση ή και τη ρύθμιση κατάστασης υπέρ του γενικού συμφέροντος, με τον εξαναγκασμό του προμηθευτή σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, με την οποία θα αίρεται η αθέμιτη πρακτική, αλλά και θα ανατρέπεται η επανάληψή της στο μέλλον. Οι συλλογικές αξιώσεις παραλείψεως και άρσεως παράνομης συμπεριφοράς, αποτελούν τις αδικοπρακτικές αξιώσεις των ενώσεων καταναλωτών. Η αξίωση έχει προληπτικό και κυρωτικό χαρακτήρα. Η αγωγή αυτή, όπως αναφέρθηκε, αποβλέπει στη διαφύλαξη του "διάχυτου καταναλωτικού συμφέροντος", στη διασφάλιση δηλαδή της ολότητας των καταναλωτών και δεν αναφέρεται σε ατομικά θιγόμενους καταναλωτές, όπως η εν ευρεία έννοια συλλογική αγωγή του άρθρου 10 παρ. 15 ν. 2251/1994. Εξάλλου, επειδή δεν απαιτείται να έχει επέλθει βλάβη σε κάποιον καταναλωτή, η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί και προληπτικά, πριν ακόμα προσβληθεί δικαίωμα ορισμένου καταναλωτή, εφόσον έχει εξωτερικευθεί συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει στην προσβολή προστατευομένων αγαθών του. Επομένως, εφόσον η αγωγή αυτή έχει στόχο την προστασία των συλλογικών συμφερόντων, δεν μπορούν με αυτή να επιδιώκονται ατομικά συμφέροντα, ακόμα κι αν αυτή αφορά ευρύτερη ομάδα προσώπων είτε, των μελών των ενώσεων είτε τρίτων καταναλωτών. Η δικαστική απόφαση, που δέχεται τη συλλογική αγωγή είναι διαπλαστική, και παράγει μία ιδιότυπη δεσμευτικότητα που ισχύει έναντι πάντων (ΟλΑΠ 7/2016, ΑΠ 1030/2001, ΑΠ 1219/2001), που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επίκλησης από μεμονωμένους καταναλωτές σε ενδεχόμενες ατομικές διαφορές με τον ίδιο προμηθευτή. Κάθε αίτημα, όμως, που δεν κατατείνει στη διαφύλαξη του γενικού αλλά στη διασφάλιση του ατομικού καταναλωτικού συμφέροντος μέσω κριτηρίων ατομικών, αναγομένων σε προσωπικές καταστάσεις, εκτιμήσεις, ικανότητες, προβλέψεις, επιδιώξεις και διακινδυνεύσεις των αντισυμβαλλομένων μερών, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο - βάση της συλλογικής αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο καλείται να διατάξει ρυθμιστικά μέτρα υπερατομικού χαρακτήρα, ικανά να ανατρέψουν ή να αποτρέψουν την έκνομη αυτή κατάσταση χάριν της προστασίας του γενικού συμφέροντος του καταναλωτικού κοινού (ΑΠ 293/2014). Επομένως, τόσο το αίτημα της συλλογικής αγωγής, όσο και η απόφαση επ' αυτής, θα πρέπει να τείνουν στην προστασία των γενικότερων συμφερόντων με την αναγνώριση της αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή και τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων σε βάρος του τελευταίου και δη την απαγόρευση της συνομολόγησης ή της μελλοντικής χρήσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου. Συνεπώς, τα κριτήρια δικαστικού ελέγχου, που εφαρμόζονται στo πλαίσιο της παροχής συλλογικής ή της ατομικής ένδικης προστασίας διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Στην πρώτη, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα ενός αντικειμενικού ελέγχου, αφηρημένου (in abstractο) της νομιμότητας της συμπεριφοράς του προμηθευτή, ανεξάρτητα από την ύπαρξη οιασδήποτε συμβατικής σχέσης, ο δε έλεγχος έγκειται στην παράβαση βασικών γενικών δικαιϊκών αρχών είτε στο πλαίσιο απροσδιορίστου αριθμού ήδη καταρτισμένων συμβάσεων, είτε διότι διενεργείται για το μέλλον (ex ante), στη βάση απλής διακινδύνευσης του γενικού καταναλωτικού συμφέροντος από τη φερόμενη ως παράνομη ή καταχρηστική συμπεριφορά του προμηθευτή. Τα κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικότητας του όρου είναι αυστηρότερα σε βάρος του προμηθευτή από τα αντίστοιχα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δίκη επί ατομικής αγωγής. Τούτο διότι το κύρος ενός ΓΟΣ δεν κρίνεται με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις της εκάστοτε ατομικής σύμβασης, που συνομολογήθηκε στο χρόνο πριν από την άσκηση της (ατομικής) αγωγής, δηλαδή στο παρελθόν, αλλά αντιθέτως, κρίνεται με βάση την αφηρημένη επικινδυνότητα του όρου για το χρόνο που ακολουθεί του χρόνου άσκησης της (συλλογικής) αγωγής. Ο δικαστής, δηλαδή, που αποφαίνεται επί συλλογικής αγωγής οφείλει να προβλέψει για το μέλλον και να εκτιμήσει όσο το δυνατό περισσότερους από τους πιθανούς κινδύνους, που μπορεί να κρύβει η επίμαχη ρήτρα για τον καταναλωτή ή κατ' άλλη διατύπωση, οφείλει να αναζητήσει με καχυποψία και αφηρημένες υποθέσεις, όλους τους πιθανούς επιλήψιμους τρόπους χρήσης της ρήτρας, και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν η επίμαχη ρήτρα χρησιμοποιήθηκε πράγματι καταχρηστικά σε συγκεκριμένες συμβάσεις, που έχουν ήδη συνομολογηθεί (ΑΠ 1219/2001). Αντίθετα, στο πλαίσιο της ατομικής ένδικης προστασίας ο έλεγχος είναι υποκειμενικός και προσανατολισμένος στα δεδομένα υφιστάμενης συμβατικής σχέσης, ήτοι συγκεκριμένος (in cοncretο) και διενεργείται, εκ των υστέρων, αφού έχει διαταραχθεί o υφιστάμενος συμβατικός δεσμός προμηθευτή και καταναλωτή.

 

Εξετάζονται τόσο η συγκεκριμένη βλάβη, που προκλήθηκε ή δύναται να προκληθεί στα συμφέροντα του καταναλωτή, όσο και oι ειδικές συνθήκες, που οδήγησαν στη σύναψη συγκεκριμένης σύμβασης, εκ μέρους του καταναλωτή. Σχετικά το ΔΕΕ αναφέρει ότι στην ατομική αγωγή τα αρμόδια κρατικά όργανα καλούνται να αποφανθούν "in cοncretο" επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας, που περιλαμβάνεται σε συναφθείσα σύμβαση, ενώ στη συλλογική εξέταση τα όργανα αυτά αποφαίνονται "in abstracto" επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας, που ενδέχεται να ενσωματωθεί ακόμη και σε συμβάσεις, που δεν έχουν ακόμη συναφθεί (ΔΕΕ απόφαση της 9.9.2014, υπόθεση C-70/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, ECLI.EU:2004:505, σκέψη 16, ΔΕΕ της 26.4.2012, Nemzeti/invitel, C - 472/10, σκέψη 371, ΔΕΕ της 24.1.2002, Επιτροπή/Ιταλίας C-372/99, σκ.15, ΔΕΕ της 27.6.2000, Οceano Grυρο/Sαlναt Ed Τοres, C-240-244198, σκέψη 27). Στην περίπτωση της εν στενή εννοία συλλογικής αγωγής του άρθρου 10 παρ. 16 εδ. α', το δικαστήριο διαπιστώνει γενικά και αντικειμενικά την ύπαρξη κατάστασης, που ενέχει αντικαταναλωτική συμπεριφορά, διατάσσει τα κατά την κρίση του ενδεδειγμένα ρυθμιστικά μέτρα για την προστασία του συνόλου των καταναλωτών και εξαλείφει παράνομες πρακτικές του προμηθευτή (ΑΠ 293/2014). Εφόσον, λοιπόν, με τη συλλογική αγωγή του άρθρου 10 παρ. 16 εδ. α' του ν. 2251/1994, δεν εισάγεται προς διάγνωση διαφορά ιδιωτικού δικαίου και το ένδικο αυτό βοήθημα δεν εντάσσεται στον κύκλο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, το δικαστήριο κατά την παροχή συλλογικής έννομης προστασίας, δεν λειτουργεί αποκαταστατικώς. Η απόφαση επί συλλογικής αγωγής, που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένους καταναλωτές, έστω και ον αυτοί είναι μέλη της ένωσης, που άσκησε την αγωγή. Η επέλευση ή μη της ακυρότητας των ενσωματωμένων όρων αποτελεί έργο της αποκαταστατικής λειτουργίας την οποία τα δικαστήρια επιτελούν στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας τους. Εξάλλου, ο ίδιος ο ν. 2251/1994 προβλέπει διαφορετική νομική αντιμετώπιση των πραγματικών περιστατικών στη συλλογική αγωγή, σε σχέση με την ατομική αγωγή και όσον αφορά την ερμηνεία του καταχρηστικού ΓΟΣ, όπως τούτο προκύπτει από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 (άρθρ. 2 παρ. 4: "Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγων λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή" και άρθρ. 2 παρ. 5: "Ειδικώς όταν ελέγχεται το περιεχόμενο ΓΟΣ κατά την εφαρμογή των άρθρων 10 παρ. 16 α' και 13 α' παρ. 23 επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου"), ήτοι στη συλλογική αγωγή προέχει η απομάκρυνση από τις συναλλαγές των ΓΟΣ, που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των καταναλωτών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, "o οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση και εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή πηγάζει από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο. Προβλέπει δε τη δυνατότητα διαμόρφωσης της έννομης σχέσης, με βάση τα ως άνω κριτήρια, εκτός αν προβλέπεται από το νόμο άλλη ειδική προστασία των προσώπων αυτών ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 4113/2017, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 763/2016). Η ανωτέρω διάταξη (288 ΑΚ) παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις, που επικρατούν στις συναλλαγές, να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές (επεκτείνοντας ή περιορίζοντάς τις), έτσι ώστε να αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών. Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών, που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο πλην άλλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών την αξία της αντιπαροχής. Η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή κατά την 288 ΑΚ (όπως και στην 388 ΑΚ), συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά, δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει, αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Στη συνέχεια και, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικά μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά, που προκύπτει, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί η παροχή στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον. Αποτέλεσμα δε τούτου είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα. Με την αναπροσαρμογή της παροχής από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της προσβαλλόμενης συμφωνίας, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης, που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΟλΑΠ 3/2014, ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 10/2015, ΑΠ 2022/2014, ΑΠ 1325/2013). Ενόψει των ανωτέρω, η συνδρομή ανάγκης εφαρμογής ή μη των επίμαχων γενικών ρητρών και, εντεύθεν, για αναπροσαρμογή ή μη των σχετικών συμβάσεων, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, θα πρέπει να κριθεί "in concreto", βάσει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων, υπό τις οποίες τελούν τα μέρη, στο πλαίσιο ατομικής αγωγής, με βάση την προαναφερθείσα διάταξη (288 ΑΚ) και όχι "in abstracto", στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής, κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε, στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτέα, ως μη νόμιμη, την ένδικη συλλογική αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία τα ενάγοντα ζητούσαν την, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή των ενδίκων δανειακών συμβάσεων, προκειμένου η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη να παύσει: "...να επικαλείται τον επίδικο

ΓΟΣ διώκοντας την εξόφληση των δανείων με βάση την ισοτιμία κατά το χρόνο καταβολής και να υποχρεωθεί να δέχεται την εξόφληση με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης του δανείου...", με δύο επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα ότι: α) "...δεν μπορεί να στηριχθεί γενικά στο άρθρο 288 ΑΚ, στα πλαίσια συλλογικής αγωγής βάσει των αφηρημένων δικαιοδοτικών κριτηρίων που εφαρμόζονται στη δίκη της συλλογικής αγωγής του άρθρου 10 παρ. 16 α ν. 2251/1994, δοθέντος ότι...η διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου βάσει της ΑΚ 288, συνίσταται στην αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, στοιχεία όμως που δεν μπορούν να προσδιορισθούν γενικά και αφηρημένα, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα εκατέρωθεν συγκριτικά στοιχεία, έτσι ώστε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης να χωρήσει μια ισόρροπη (ανάλογη φυσικά με τις δυνατότητες, ιδίως τις οικονομικές του κάθε μέρους) κατανομή της ζημίας, πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε οικονομικής περίπτωσης". Και, β) "...κατά το μέρος που ζητείται με την αγωγή επανυπολογισμός των δόσεων και της οφειλής, ήτοι η αναδρομική εφαρμογή της διάταξης, η αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και διότι η βάσει άρθρου 288 ΑΚ αγωγή και η δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή αυτή, είναι διαπλαστική επομένως το σχετικό δικαίωμα ασκείται από της επιδόσεως της αγωγής και μελλοντικά και χωρίς αναδρομικότητα...", δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και ιδίως αυτή του άρθρου 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 παρ. 16 εδ. α' του ν. 2251/1994, 2 παρ. 4 και 5 ν. 2251/1994 και ορθά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία του άρθρου 288 ΑΚ και δεν τα παραβίασε. Συνακόλουθα: α) Ο δέκατος έκτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αναιρεσείοντα, υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Και, β) Ο ένατος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 11γ άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στις σχετικές αναιρετικές πλημμέλειες, γιατί, αφενός, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της ήδη αναιρεσίβλητης, ότι σε σχέση με τον δανεισμό της σε συνάλλαγμα από το εξωτερικό χρησιμοποιεί τεχνικές SWAP και CIRS για τον περιορισμό του συναλλαγματικού κινδύνου και, αφετέρου, δεν χρησιμοποίησε, κατά την ερμηνεία της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, το από αυτή (δικαστική ομολογία) απορρέον δίδαγμα της κοινής πείρας ότι: "...οι πράξεις αγοράς συναλλάγματος με βάση τις παραπάνω συμβάσεις δεν προκαλούν πιθανότητα συναλλαγματικού κινδύνου, αντιθέτως εξασφαλίζουν τον συμβαλλόμενο (εδώ τράπεζα) από όποιον συναλλαγματικό κίνδυνο και συναλλαγματική μεταβολή.", κρίνεται απαράδεκτος, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, καθόσον, υπ' αυτές, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος. Ειδικότερα: α) Κατά την αιτίασή του για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθμ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι το ανωτέρω επικαλούμενο, από αυτά, δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας. Και τούτο, πέραν του ότι η αιτίαση αυτή, σημειωτέον, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται αβάσιμη, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη τράπεζα για το δανεισμό της σε συνάλλαγμα από το εξωτερικό χρησιμοποίησε τεχνικές SWAP και CIRS, ενώ, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αυτό δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο. Και, β) κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια του αριθμού 11γ άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, από το άρθρο 288 ΑΚ, ως μη νόμιμη, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της, που αποτελεί προϋπόθεση της ελεγχόμενης αναιρετικής πλημμέλειας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004). Τέλος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, όλοι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

 

VIΙΙ. Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Το ΔΕΕ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως (άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως, όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου. Εν προκειμένω τα αναιρεσείοντα, με τις συμπληρωματικές προτάσεις τους, υπέβαλαν, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), με το εξής περιεχόμενο: 1) "Α. Κατά την έννοια του άρθρου Β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ επιτρέποντας εμμέσως τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου; 2) Β. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών; 3) Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το ʼρθρο 288 της ΣΛΕΕ υπό την αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιτρέπεται η εφαρμογή από δικαστήριο κράτους μέλους μίας διάταξης Οδηγίας αν και αυτή δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο; 4)  Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ μία συμβατική ρήτρα είναι πράγματι αυτοδικαίως σαφής και κατανοητή, επειδή επαναλαμβάνει μία νομοθετική διάταξη και εξαιρείται ακόμα και του ελέγχου διαφάνειας κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ; 5) Ε. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/EK πληρούται η αρχή της διαφάνειας και υποχρέωσης προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή, όταν για δάνειο σε συνάλλαγμα ή σε αξία συναλλάγματος, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει με μία αχρονολόγητη επιστολή τον δανειολήπτη μόνο περί των πιθανοτήτων μεταβολής συναλλαγματικών ισοτιμιών άνευ άλλης πληροφορίας ή παραδείγματος; Και, 6) ΣΤ. Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ η περίληψη δηλωτικού όρου σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστικής διαπραγμάτευσης;". Επί των ανωτέρω, επιμέρους, ερωτημάτων, λεκτέα, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: 1. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 13/1993 και της 13ης αιτιολογικής σκέψης, αποκλείεται η εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας σε ρήτρες της σύμβασης, που απηχούν εθνικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ήτοι στις λεγόμενες δηλωτικές ρήτρες. Κάθε κράτος μέλος μπορεί βέβαια όσον αφορά στις δικές του διατάξεις να αποστεί της ενσωμάτωσης του άρθρου 1 παρ 2 της Οδηγίας και με αυτόν τον τρόπο να επιτρέψει τον έλεγχο και των δικών του ρυθμίσεων. Ωστόσο, οι νόμοι των Κρατών μελών, που θέτουν σε εφαρμογή Οδηγίες, αλλά και το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου, πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο που καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό που επιδιώκει η Οδηγία (ΔΕΕ της 5/10/2004 υπόθεση C-397/01 σκ. 117, 119). Ένα εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς ανακύπτουσας αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών, υποχρεούται κατά την εφαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες έχουν προσαρμοσθεί με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων, που προβλέπει η Οδηγία να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος, καθώς και του σκοπού της Οδηγίας αυτής, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς το σκοπό που αυτή επιδιώκει (ΔΕΕ της 24.5.2012 υπόθεση C-97/11, σκ. 28) και κατά συνέπεια να συμμορφώνεται στο άρθρο 288 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ (ΔΕΕ της 24.1.2012, υπόθεσης 282/10, σκ. 24). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, με ερμηνεία σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας 13/93, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας, παρότι δεν έχει μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο, με ρητή ειδική διάταξη (δεν υπήρξε σκόπιμη παράλειψη του εθνικού νομοθέτη), ενυπάρχει στη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ 6 του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 4/2019). 2. Επί του δευτέρου ερωτήματος ήδη έχει αποφανθεί θετικά το ΔΕΕ. Ειδικότερα: με την απόφαση της 21.3.2013 στην υπόθεση C-92/11, σύμφωνα με την οποία στον όρο "διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ 2 της Οδηγίας 93/13 εμπίπτουν διατάξεις τόσο αναγκαστικού όσο και ενδοτικού δικαίου. Ομοίως με την από 30.4.2014 απόφαση, υπόθεση C - 25/13, με την από 30.9.2017 απόφαση υπόθεση C-186/16 και με την απόφαση της 10.9.2014 στην υπόθεση C-34/13. Μάλιστα το ΔΕΕ υποδεικνύει τη στενή ερμηνεία της Οδηγίας με τις ως άνω αποφάσεις του στις υποθέσεις C-92/11 και C-34/13. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, σε έλεγχο καταχρηστικότητας υπόκεινται οι ρήτρες, που επαναλαμβάνουν ρύθμιση του εθνικού δικαίου, την οποία ο νομοθέτης την προορίζει για άλλο συμβατικό τύπο ή επαναλαμβάνουν εθνική διάταξη για το ίδιο ζήτημα, που αυτή ρύθμιζε, όμως λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων αποκλίνει ουσιωδώς από το ρυθμιστικό πρότυπο του εθνικού νομοθέτη, οπότε στην περίπτωση αυτή, ο όρος δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Δηλαδή οι διατάξεις, που έχουν νομοθετηθεί για συγκεκριμένο τύπο σύμβασης πρέπει να μην εφαρμόζονται σε άλλον τύπο σύμβασης, όπου τα δεδομένα και η ισορροπία μεταξύ των μερών, την οποία προσδιόρισε ο εθνικός νομοθέτης με την εθνική διάταξη, είναι διαφορετικά. 3. Ήδη, όπως αναφέρθηκε έστω και αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε, ρητά, στο εθνικό δίκαιο με το Ν. 2251/1994, εμπεριέχεται στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του προαναφερθέντος νόμου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ζήτημα της ενσωμάτωσης ή μη Οδηγίας ή επί μέρους διατάξεών της δεν κρίνεται από το ΔΕΕ, αλλά από τα εθνικά δικαστήρια. 4. Το ΔΕΕ έχει απαντήσει θετικά και σ' αυτό το ερώτημα. Ειδικότερα, επ' αυτού, έχει δεχθεί ότι: Συμβατικές ρήτρες, που απηχούν ή ταυτίζονται με διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου (δηλωτικές ρήτρες) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 13/93, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 13/93. Οι "δηλωτικοί όροι" δεν υπόκειται ούτε σε έλεγχο διαφάνειας, που καθιερώνει η Οδηγία (άρθρ. 4 παρ. 2 και άρθρ. 5). Ελέγχονται δε ως καταχρηστικές μόνον εάν με αυτές εφαρμόζεται κανόνας, ο οποίος δεν τυγχάνει εκ του νόμου εφαρμογής στον τύπο της συγκεκριμένης σύμβασης, που συνήψαν τα μέρη, αλλά αφορά άλλον τύπο σύμβασης (ΔΕΕ απόφαση της 21.3.2013 C- 92/11). 5. Το πέμπτο ερώτημα, δηλαδή αν υπό τα περιστατικά που τίθενται σ' αυτό, πληρούται η αρχή της διαφάνειας και η υποχρέωση προσυμβατικής ενημέρωσης του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας, προϋποθέτει ότι αναφέρεται σε όρο, ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε οι δηλωτικοί όροι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. 6. Οι δηλωτικοί ΓΟΣ, ήτοι εκείνοι που απηχούν διάταξη ενδοτικού δικαίου του κράτους-μέλους, είναι σαφές ότι δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας τόσο σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας, όσο και με τον ν. 2251/1994. Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, που συνάπτονται με καταναλωτές ορίζει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Στη 13η σκέψη δε του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες- ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα, ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες, οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει, με σαφήνεια, ότι κατά την Οδηγία 93/13, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και, επομένως, δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος ούτως ή άλλως θα ίσχυε, ακόμη και αν έλλειπε η επίμαχη ρήτρα. Και τούτο διότι, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω, οι εθνικές διατάξεις, εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, δεδομένου ότι ο εθνικός νομοθέτης προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και, έτσι, μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν συντρέχει λόγος υποβολής ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία τίθενται από τα αναιρεσείοντα.

 

ΙΧ. Kατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν και, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 Απορρίπτει την από 08-01-2018 αίτηση, καθώς και τις υπέρ των αναιρεσειόντων πρόσθετες παρεμβάσεις, για αναίρεση της 911/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

 

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων

 

 ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2021.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου