Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

ΜΠρΠειραιώς 722/19 : ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ. Κήρυξη εκτελεστότητας αλλοδαπών αποφάσεων. Για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, και να μην είναι αντίθετη προς τη «δημόσια τάξη». Έννοια “δημόσιας τάξης”.


ΜΠρΠειραιώς 722/19 : ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ. Κήρυξη εκτελεστότητας αλλοδαπών αποφάσεων. Για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, και να μην είναι αντίθετη προς τη «δημόσια τάξη».  Έννοια “δημόσιας τάξης”. Περίπτωση απόφασης δικαστηρίου αμερικανικής πολιτείας με την οποία επιδικάζεται, λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης, πέραν της πραγματικής ζημίας, και πρόσθετο χρηματικό ποσό, ως ιδιωτική υπέρ του δανειστή ποινή. Κρίση ότι ο θεσμός της τιμωρητικής αποζημίωσης δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη δημόσια τάξη με την προϋπόθεση όμως, ότι το ποσό το οποίο επιδικάζεται δεν είναι δυσανάλογα μεγάλο. Στην προκείμενη περίπτωση, η τιμωρητική αποζημίωση κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο εύλογη ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, που προκύπτουν από την αλλοδαπή απόφαση. Δεκτή η αίτηση.



ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 722/2019

Προεδρεύων: Σπ. Τουρναβίτης (Πάρεδρος Πρωτοδικείου)

[…Κατά το άρθρο 905 παρ. 3 σε συνδυασμό προς το άρθρο 323 παρ. 5 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, και να μην είναι αντίθετη προς τη «δημόσια τάξη». Η δημόσια τάξη νοείται στις διατάξεις αυτές υπό την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ. Επομένως η κήρυξη απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται, όταν, εξαιτίας του περιεχομένου της, η εκτέλεσή της θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιικές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα. Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση, ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη. Δεν επιτρέπεται όμως να εκτελεστεί στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν από την εκτέλεσή της πρόκειται, λόγω της αντίθεσης που ενυπάρχει σ’ αυτήν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που κρατεί στη χώρα. Απόφαση δικαστηρίου αμερικανικής πολιτείας με την οποία επιδικάζεται, λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης, πέραν της πραγματικής ζημίας, και πρόσθετο χρηματικό ποσό, ως ιδιωτική υπέρ του δανειστή ποινή, βάσει διάταξης της πολιτείας, αυτής στην οποία προβλέπεται τέτοια κύρωση (punitive damages) εις βάρος του οφειλέτη, επειδή αυτός παραβίασε τη σύμβαση από πρόθεση (εσκεμμένα), δεν προσκρούει στην εγχώρια δημόσια τάξη και μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή. Διότι η αλλοδαπή αυτή διάταξη δεν αντίκειται, καθεαυτή, στις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις και επομένως από την εκτέλεση της απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου, που την εφάρμοσε, δεν πρόκειται να διαταραχθεί ο επιτακτικός βιοτικός ρυθμός που κρατεί στη χώρα. Πράγματι, μολονότι στο ελληνικό δίκαιο η αποζημίωση έχει κατά κανόνα αμιγώς αποκαταστατικό χαρακτήρα, η επιδίκαση πρόσθετου χρηματικού ποσού πέραν της πραγματικής ζημίας, λόγω «ποινής», εις βάρος του κακόπιστου οφειλέτη, δεν απαγορεύεται γενικά. Ειδικότερα, επιτρέπεται η συνομολόγηση ποινής εις βάρος του οφειλέτη σε περίπτωση υπαίτιας εκ μέρους του αθέτησης της σύμβασης (άρθρα 404 επ. ΑΚ), οπότε η ποινή καταπίπτει ανεξάρτητα από την πραγματική ζημία, και πέραν αυτής (άρθρα 405 παρ. 2 και 407 εδ. α΄ ΑΚ). Δεν μπορεί άρα να θεωρηθεί αντίθετη προς τη δημόσια τάξη απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που επιδίκασε ποινή βάσει νομοθετικής, αντί συμβατικής, πρόβλεψης. Επιπλέον, στο ελληνικό δίκαιο δεν είναι άγνωστες περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο νόμος προβλέπει προσαύξηση της αποζημίωσης πέρα από την πραγματική ζημία (βλ. ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 9 β του ν. 2251/1994 «προστασία των καταναλωτών», 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει μετά το ν.δ. 3755/1957, 1 ν. 435/1976, 3 παρ. 4 ν. 1703/1987, 65 παρ. 2 επ. ν. 2121/1993 κ.α.). Η προσαύξηση όμως της πραγματικής ζημίας με «ποινική» κύρωση υπέρ του δανειστή δεν είναι ανεκτή από την ελληνική δημόσια τάξη όταν είναι υπέρμετρη, όταν δηλαδή ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, που προκύπτουν από την αλλοδαπή απόφαση και ανάγονται στο είδος και στη σημασία της αθέτησης από τον οφειλέτη, στο βαθμό και στο μέγεθος της υπαιτιότητάς του, στα συμφέροντα του δανειστή, τα οποία προσβλήθηκαν ή διακυβεύονται, στην ηθική και οικονομική κατάσταση των μερών και στις ειδικές περιστάσεις, εμφανίζεται ως δυσαναλόγως μεγάλη. Το ότι μια τέτοια δυσαναλογία αντίκειται στις θεμελιώδεις ηθικές, κοινωνικές και δικαιικές αντιλήψεις που κρατούν στην Ελλάδα, επιβεβαιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, η οποία προβλέπει τη δικαστική μείωση στο «προσήκον μέτρο» της δυσαναλόγως μεγάλης (υπέρμετρης) ιδιωτικής ποινής που είχε συμφωνηθεί από τα μέρη. Η διάταξη του άρθρου αυτού είναι εντόνως δημόσιας τάξης, αφού απαγορεύει κάθε αντίθετη συμφωνία και, επιπλέον, είχε επιτακτικώς αναδρομική δύναμη (άρθρο 26 ΕισΝΑΚ). Αποτελεί δε η διάταξη αυτή ειδικότερη έκφανση της γενικής αρχής της απαγόρευσης κάθε προφανούς, κατά την άσκηση των ιδιωτικών δικαιωμάτων, υπέρβασης των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (άρθρο 281). Επομένως πρέπει να αποκρούεται η εκτέλεση στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία, στα πλαίσια ενδοσυμβατικής ευθύνης, επιδικάζεται, πέρα από την πραγματική ζημία, χρηματική κύρωση, ως ιδιωτική ποινή υπέρ του δανειστή, εφόσον στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, η ποινή αυτή είναι, βάσει των κριτηρίων που αναφέρθηκαν παραπάνω, υπέρμετρη. Διότι κατά τούτο η εκτέλεση της απόφασης αυτής θα αντέβαινε στην ελληνική δημόσια τάξη. Οφείλει άρα το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του σχετικά με την αντίθεση ή μη της αλλοδαπής απόφασης, που επιδικάζει τέτοια «ποινή», προς την εγχώρια δημόσια τάξη, να αξιολογήσει την αλλοδαπή αυτή απόφαση από την άποψη του υπέρμετρου της ποινής που επιδικάζει (ΟλΑΠ 17/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). […]
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η καλούσα-αιτούσα, μεταξύ των οποίων περιέχονται και τα έγγραφα τα οποία η τελευταία προσκομίζει σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία με την επωνυμία «Τ…», που υποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης από την αιτούσα-καλούσα, άσκησε την από 20-12-2013 αγωγή κατά: α) της εταιρίας με την επωνυμία «Ν…», η οποία έχει τύποις καταστατική έδρα στο Χάμιλντον Βερμούδων και πραγματική έδρα και διοίκηση στον Πειραιά Αττικής ([…]), β) του Μ. Ζ. του Σ., […], ως εκ της εργασίας του και της ιδιότητάς του ως διαχειριστή και πραγματικού ιδιοκτήτη της ως άνω εταιρίας, γ) της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «New…» με καταστατική έδρα στην Πολιτεία Ντελαγουέρ (Delaware) των ΗΠΑ, δ) της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «New… (US)» με καταστατική έδρα στην Πολιτεία Ντελαγουέρ (Delaware) των ΗΠΑ και ε) του Γ. Μ. […], κατοίκου Βόρειας Καρολίνας ΗΠΑ. 
Στη συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ανέθεσε σε Ειδικό Διαιτητή την ακρόαση των μερών, ο οποίος κατόπιν δίκης διάρκειας δύο ημερών συνέταξε έκθεση σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης για τη θετική ζημία, την τιμωρητική αποζημίωση, τις αμοιβές των δικηγόρων και τα έξοδα την οποία και κατέθεσε στο ως άνω Δικαστήριο. Ακολούθως αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ανωτέρω καθώς και η πρόταση της ενάγουσας (καλούσας-αιτούσας) για επιβεβαίωση της έκθεσης του ως άνω Διαιτητή, εκδόθηκε η από 8-2-2018 με ημερομηνία καταχώρησης 16-2-2018 και με αριθμό ευρετηρίου …/2013 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, επί των βάσεων της «παράβασης σύμβασης, απάτης κατά το κοινό δίκαιο (common law) / απατηλού δελεασμού, αστικής συνωμοσίας, κακόβουλης δίωξης και ψευδούς ταυτότητας (κατάχρηση νομικής προσωπικότητας)», η οποία υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη καλούσα-αιτούσα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 7.857.066,00 δολαρίων ΗΠΑ ως αποζημίωση για θετική ζημία, το ποσό των 10.000.000,00 δολαρίων ΗΠΑ ως τιμωρητική αποζημίωση (punitive damages), το ποσό των 1.285.402,56 δολαρίων ΗΠΑ για αμοιβές δικηγόρων, το ποσό των 222.805,56 δολαρίων ΗΠΑ για εκταμιεύσεις και τόκους πρόωρης κρίσης με το νόμιμο επιτόκιο 9% επί της αποζημίωσης για θετική ζημία από την 20η Δεκεμβρίου 2013 ανερχόμενο στο ποσό των 2.896.351,32 δολαρίων ΗΠΑ μαζί με έξοδα και εκταμιεύσεις όπως φορολογήθηκαν από τον υπάλληλο του δικαστηρίου στο ποσό των 1.340,00 δολαρίων ΗΠΑ, συνολικά δε το ποσό των είκοσι δύο εκατομμυρίων διακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα πέντε δολαρίων ΗΠΑ και σαράντα τεσσάρων σεντ (22.262.965,44). 
Σύμφωνα δε με το κείμενο της απόφασης η οποία ζητείται να κηρυχθεί εκτελεστή (η οποία προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση), αποδεικνύεται ότι αυτή είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Το προαναφερθέν αλλοδαπό Δικαστήριο δε, που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, είχε αποκλειστική δικαιοδοσία να δικάσει την παραπάνω υπόθεση δυνάμει συναφθείσας συμφωνίας παρέκτασης, σύμφωνα με τον όρο με αριθμό 12 του από 21-6-2013 συμφωνητικού αγοράς άνθρακα μεταξύ της εταιρίας «New…» και της εταιρίας «Τ…», ενώ καμιά διάταξη ελληνικού νόμου δεν προβλέπει αποκλειστική αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων για την εν λόγω υπόθεση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το κείμενο της ως άνω απόφασης, στη δίκη στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η τελευταία, ουδείς των διαδίκων παραστάθηκε, πλην όμως αυτοί κλήθηκαν νομότυπα σύμφωνα με το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης και δεν στερήθηκαν του δικαιώματός τους να εκπροσωπηθούν. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη, «Ν…», όπως προκύπτει από την από 20-1-2014 ένορκη βεβαίωση επίδοσης του Κ. Σ., η οποία προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, αυτή κλήθηκε νομότυπα την 13-4-2014, ενώ όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο Μ. Ζ., εκείνος κλήθηκε τόσο στη κατοικία του στη Νέα Υόρκη, την 29η Ιανουαρίου 2014 […] όσο και στον Πειραιά την 10-2-2014 στην έδρα της πρώτης της οποίας τυγχάνει διαχειριστής και ιδιοκτήτης […]. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι και η τέταρτη εναγομένη εταιρία «New… (US)» κλήθηκε νομίμως […]. Εξάλλου η τρίτη εναγόμενη εταιρία «New…» και ο πέμπτος εναγόμενος Γ. Μ., αποδέχτηκαν την επίδοση της αγωγής διά της πληρεξούσιάς τους, δικηγορικής εταιρίας «…» […]. Σημειώνεται ότι η απόφαση η οποία ζητείται να κηρυχθεί εκτελεστή δεν αντίκειται σε προηγούμενη απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου που εκδόθηκε για την ίδια υπόθεση και συνιστά δεδικασμένο, καθώς από το με αριθμό …/25-1-2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιά προκύπτει ότι από την 1-1-2013 έως την ημερομηνία της κατ’ επανάληψη συζήτησης της κρινόμενης αίτησης δεν εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο Πειραιά (Μονομελές ή Πολυμελές) δικαστική απόφαση επί αγωγής αποζημίωσης μεταξύ των ως άνω διαδίκων. 
Περαιτέρω από το με αριθμό …/24-1-2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι από την 1-1-2000 έως την ημερομηνία της κατ’ επανάληψη συζήτησης της κρινόμενης αίτησης δεν εκδόθηκε ούτε από το Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστική απόφαση επί αγωγής αποζημίωσης μεταξύ των ως άνω διαδίκων. Τέλος, θα πρέπει να διερευνηθεί αν η ως άνω απόφαση έρχεται σε σύγκρουση με την ημεδαπή δημόσια τάξη, τις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας και τα χρηστά εν γένει ήθη της ελληνικής κοινωνίας λόγω της επιδίκασης τιμωρητικής αποζημίωσης (punitive damages) ύψους 10.000.000 δολαρίων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο θεσμός της τιμωρητικής αποζημίωσης δεν έρχεται σε σύγκρουση με την δημόσια τάξη με την προϋπόθεση όμως ότι το ποσό το οποίο επιδικάζεται δεν είναι δυσανάλογα μεγάλο κατά τα διαλαμβανόμενα στην σχετική μείζονα σκέψη. Στην προκείμενη περίπτωση, η τιμωρητική αποζημίωση κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο εύλογη ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, που προκύπτουν από την αλλοδαπή απόφαση και ανάγονται αφενός στο γεγονός ότι οι οφειλέτες εξαπάτησαν την αρχικώς συμβληθείσα εταιρία «T…», παρουσιάζοντας εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή (ότι κατείχαν μεγάλη ποσότητα άνθρακα τον οποίο επιθυμούσαν να πωλήσουν), με σκοπό να την πείσουν να προβεί στην σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης, αφετέρου στο μέγεθος της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ως άνω εταιρία αφού βλάφθηκε ανεπανόρθωτα η φήμη της, εξαιτίας δε της αθέτησης της συμφωνίας από τους ενάγοντες εκείνη αθέτησε την συμφωνία της τόσο με άλλη εταιρία στην οποία θα μεταβίβαζε τον άνθρακα όσο και με το πλοίο το οποίο είχε ναυλώσει για να μεταφέρει το ως άνω εμπόρευμα. 
Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η αρχικώς συμβληθείσα εταιρία, που υποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης από την καλούσα-αιτούσα, συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων, καταστράφηκε οικονομικά και τέθηκε σε καθεστώς πτώχευσης. Άλλωστε, οι εναγόμενοι ήταν αποκλειστικά υπαίτιοι της αθέτησης της ως άνω σύμβασης, καθώς εξ αρχής είχαν δόλο να μην τηρήσουν την μεταξύ τους συμφωνία, ενώ ο απώτερος σκοπός τους ήταν μέσω της διάδοσης της ευρωστίας της πρώτης των εναγομένων η άνοδος της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής της τελευταίας και η αποκομιδή μεγάλου οφέλους. 
Εξάλλου το ποσό της τιμωρητικής αποζημίωσης που επιδικάσθηκε δεν υπερβαίνει κατά πολύ την αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας που επιδικάστηκε στην καλούσα-αιτούσα ύψους 7.857.066,00 δολαρίων ΗΠΑ. Συνεπεία όλων των ανωτέρω δεν πρέπει να αποκρουστεί η εκτέλεση στην Ελλάδα της ως άνω απόφασης με την οποία, στα πλαίσια ενδοσυμβατικής ευθύνης, επιδικάστηκε, πέρα από την πραγματική ζημία, χρηματική κύρωση, ως ιδιωτική ποινή υπέρ της δανείστριας εταιρίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ποινή αυτή κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως εύλογη. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό…]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου