Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

ΠλημΑιγ 322/18 : "Αξιόποινη η πράξη της δημόσιας προτροπής ή υποκίνησης σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, το σεξουαλικό προσανατολισμό κλπ"


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΙΓΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 322/2018

Πρόεδρος: Ξ. Σταμάτη, Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης
Εισαγγελέας: Ε. Αργυροπούλου, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών (κωλυομένης Εισαγγελέως)

[...] Η Ελλάδα με την επικύρωση, με το ΝΔ 494/1970, της υπογραφείσης στις 7 Μαρτίου 1966 Διεθνούς Συμβάσεως περί καταργήσεως κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων, ανέλαβε την υποχρέωση όπως, αφενός μεν καταδικάσει κάθε φυλετική διάκριση, αφετέρου δε προβεί στη λήψη και εφαρμογή μέτρων, τα οποία απαιτούνται για την πραγματοποίηση των επιδιωκομένων με την ως άνω Σύμβαση σκοπών για την καταπολέμηση ενεργειών που αποσκοπούν στη διάδοση ιδεών ή θεωριών περί ανωτερότητας μιας φυλής ή ομάδας προσώπων ενός χρώματος ή που προκαλούν φυλετικό μίσος και διακρίσεις, καθώς και την εξάλειψη κάθε φυλετικής διάκρισης, όπως, διαλαμβάνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 927/1979 της 22/26 Ιουνίου 1979 (ΦΕΚ Α΄ 139) «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικός διακρίσεις». Έτσι, με τον νόμο 927/1979 κατέστη αξιόποινη συμπεριφορά που στοχοποιούσε άτομα ή ομάδες βάσει της φυλετικής τους ή εθνικής τους καταγωγής, αργότερα με την τροποποίηση που επήλθε με τον νόμο 1419/1984 και βάσει του θρησκεύματος και με τον νόμο 4285/2014 το αξιόποινο επεκτάθηκε και στις διακρίσεις βάσει του χρώματος, των γενεαλογικών καταβολών, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας του φύλου και της αναπηρίας προστιθεμένων των λέξεων «χαρακτηριστικά φύλου» με τον νόμο 4491/2017. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 του Ν 927/1979, όπως ισχύει, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου «χαρακτηριστικά φύλου» ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 - 20.000) ευρώ.»
Με την ως άνω διάταξη προβλέπεται, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα διαδικασία πεδίο εφαρμογής αυτής, το τιμωρούμενο σε βαθμό πλημμελήματος έγκλημα της δημόσιας προκλήσεως σε πράξεις ή ενέργειες δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, κατά τρόπο που ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πληρώνεται όταν κάποιος προτρέπει άλλον ή άλλους σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία εναντίον προσώπων εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους, κατά τρόπο που ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των προσώπων αυτών (Ολ ΑΠ 3/2010 (ΠΟΙΝ), ΠοινΔ/νη 2010, 533).
Η «προτροπή» αυτή πρέπει να είναι δημόσια, με την έννοια ότι μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη, ανεξαιρέτως αν τελείται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, με δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο, όπως είναι ο έντυπος τύπος. Δεν συνιστά «προτροπή» η απλή έκφραση γνώμης ορμώμενη, όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις έστω και δυσάρεστης ή επικριτικής για τα μέλη μιας ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Η «προτροπή» ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση για την τέλεση πράξεων ή ενεργειών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αποβλέπει δι’ αυτής το υποκείμενο της προτροπής στην αποδοχή και μόνον των απόψεών του (Ολ ΑΠ 3/2010 ό.π., βλ. και Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου, Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα, ΠοινΧρ 2015, 729). Οι πράξεις και ενέργειες, στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος, πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν «διακρίσεις, μίσος ή βία», χωρίς να απαιτείται και να προκληθούν. Το αποτέλεσμα της προσφόρου προκλήσεως «διακρίσεων, μίσους ή βίας» πρέπει να έχει ως βάση και αιτία αλλά και να συνδέεται μέσω της αναφοράς του υποκειμένου των προτροπών στον σεξουαλικό προσανατολισμό των προσώπων που αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος, μετά και την εν μέρει στενότερη διατύπωση του νόμου, μετά την τροποποίησή του με τον νόμο 4285/2014, σε σχέση με την αρχική του διατύπωση (βλ. και Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου, Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα, ΠοινΧρ 2015, 729). Δοθέντος ότι προστατευόμενο έννομο αγαθό της διατάξεως είναι η δημόσια τάξη ή/και τα ατομικά έννομα αγαθά της ζωής, της ελευθερίας ή της σωματικής ακεραιότητας, εν προκειμένω, η κατά τα ανωτέρω κολάσιμη συμπεριφορά αρκεί να θέτει σε κίνδυνο κάποιο από τα προαναφερόμενα ατομικά αγαθά, ήτοι της ζωής, της ελευθερίας ή της σωματικής ακεραιότητας ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται και στοχοποιούνται με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ως άνω αξιόποινη πράξη τελείται από δόλο (ΠΚ 26 παρ. 1), υποκειμενική υπόσταση η οποία πληρούται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως.
Στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, όπως ισχύει, προβλέπεται ως επιβαρυντική περίσταση της πράξης, η τέλεση αυτής από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο, κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, όπως ισχύει.
Οι διατάξεις του νόμου 927/1979 πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και αυστηρά, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2, 13 παρ. 1, 14 παρ. 1 του Συντάγματος και των άρθρων 9 και 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης των στοχασμών του ατόμου (προφορικά, γραπτά και δια του τύπου) καθώς και η ελευθερία της εκδήλωσης της θρησκευτικής πεποίθησης ως και της άσκησης και υπηρέτησης των θρησκευτικών καθηκόντων στους κατέχοντες θέση στην ιεραρχία της Εκκλησίας, όπως, πέραν των άλλων, προδιαγράφονται και στους κανόνες της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΟλΑΠ 3/2010 ό.π.).
Περαιτέρω, όσον αφορά στην κατάχρηση του εκκλησιαστικού αξιώματος, πράξη του κατ’ άρθρο 196 ΠΚ εγκλήματος είναι η πρόκληση ή η διέγερση, υπαλλακτικά (ή διαζευκτικά) προβλεπόμενες, σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών. Υποκείμενο του εγκλήματος είναι μόνο το πρόσωπο που έχει ιδιότητα «θρησκευτικού λειτουργού» και όχι οποιοσδήποτε άνθρωπος. Η ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού κρίνεται κατά τους κανόνες της θρησκείας του, που πρέπει να είναι γνωστή στη Ελλάδα. Κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησία ως λειτουργοί θεωρούνται εκείνοι που δέχτηκαν χειροτονία στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης: διάκονου, πρεσβύτερου και επισκόπου, συμπεριλαμβανομένων των ιερομονάχων και ιεροδιακόνων (βλ. I. Μανωλεδάκης, Επιβουλή της δημόσιας τάξης - 2η έκδοση, Άρθρα 183-197 ΠΚ, σελ. 234). Η αντικειμενική υπόσταση πληρούται με τη διέγερση έντονων συναισθημάτων που εκφράζονται με τον όρο «εχθροπάθεια», απαιτείται δηλαδή η εξωτερίκευση αυτών των συναισθημάτων με κραυγές, συνθήματα, αναθέματα κ.λπ. (βλ. I. Μανωλεδάκης, ό.π. σελ. 234). Έτσι, το κατά το άρθρο 196 ΠΚ έγκλημα θα πρέπει να θεωρηθεί ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης για το προστατευόμενο από αυτό έννομο αγαθό της δημόσιας τάξης (βλ. I. Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 239). Το εν λόγω έγκλημα τιμωρείται μόνο όταν τελείται με πρόθεση (δόλο) και όχι όταν τελείται από αμέλεια.

Από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα πολιτικής αγωγής και των μαρτύρων υπεράσπισης, που εμπεριέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του Μητροπολίτη ... δημοσιοποίησε στις 9.12.2015 στο προσωπικό του ιστολόγιο κείμενο με τίτλο «ΑΠΟΒΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΗΚΩΣΑΝ ΚΕΦΑΛΙ». Ο κατηγορούμενος συνέταξε και δημοσίευσε το εν λόγω κείμενο ενόψει της κατάθεσης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης που περιελάβανε και τα ομόφυλα ζευγάρια στη Βουλή των Ελλήνων προς συζήτηση και ψήφιση. Με το δημοσίευμα αυτό, ορμώμενος από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και την ενάσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων ως Ιεράρχης της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, διεκήρυξε την αντίθεσή του προς την ψήφιση του νομοσχεδίου με παραπομπές σε κείμενα της Εκκλησίας αλλά και με τη χρήση δριμύτατης και δυσάρεστης κριτικής, οξύτατων χαρακτηρισμών και προτροπών. Με το δημοσίευμα, ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, εξέθεσε και τα περιληφθέντα στο κατηγορητήριο: ««...Από τα ΜΜΕ σήμερα 4 Δεκεμβρίου 2015 πληροφορηθήκαμε, ότι απεβίωσε ο ηθοποιός ... . Διαβάζουμε λοιπόν σε κάποιο ιστότοπο: «Πολλοί δεν γνώριζαν καν ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Με αφορμή όμως την κηδεία του, βγήκε και τον ξεφώνησε, ότι είναι τέτοιος, ο εραστής του (από πάνω ή από κάτω;) ο νεαρός ... μαινόμενος που ο Νόμος δεν του επέτρεψε να παντρευτεί τον ηθοποιό με τον οποίο συζούσε τα τελευταία 25 χρόνια!» (βλ. «...gr» 04.12.2015).
Στη συνέχεια στο προσκήνιο προέβαλε μια άλλη ηθοποιός και Βουλευτής, θαυμάστρια και φίλη του αποθανόντος, η κα ..., η οποία, απευθυνομένη προς τον νεκρό, είπε και τα εξής: «Στη μνήμη της προσωπικής σου αγωνίας, θα βοηθήσω να περάσει το σύμφωνο συμβίωσης από τη Βουλή των Ελλήνων»!!!!!
Καταγγέλλουμε, λοιπόν, απερίφραστα το θράσος αυτού του πολιτικού προσώπου! Καταγγέλλουμε αυτή την ενέργεια και την καταδικάζουμε χωρίς δισταγμό! Η ομοφυλοφιλία είναι εκτροπή από τους Νόμους της φύσεως! Είναι κοινωνικό κακούργημα! Είναι αμαρτία! Όσοι, λοιπόν, είτε την βιώνουν, είτε την υποστηρίζουν δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι! Είναι αποβράσματα της Κοινωνίας!
Δυστυχώς, αδελφοί μου, σήμερα την Ελλάδα διοικούν και μερικά τέτοια ανθρωπάρια! Ασφαλώς αποτελούν μια μικρή μειοψηφία στο σύνολο των Μελών της Βουλής των Ελλήνων! Υπάρχουν όμως! Είναι μερικά αποβράσματα της Κοινωνίας, περιθωριακοί άνθρωποι, ελαττωματίες, εξευτελισμένοι, άνθρωποι του σκότους οι οποίοι τώρα πια με την ευκαιρία της υπεροχής της αριστερής πτέρυγας σήκωσαν πια κεφάλι!
Σας συμβουλεύω: Μη τους πλησιάζετε! Μη τους ακούτε! Μη τους εμπιστεύεσθε! Είναι οι κολασμένοι της Κοινωνίας! Δικαίωμά τους, βέβαια, είναι κρυφά -ιδιωτικά- να ζουν όπως θέλουν! Αλλά κάποιοι ξεφτυλισμένοι δεν μπορούν να υπερασπίζωνται δημοσίως τα πάθη της ψυχής των! Την Ελλάδα μας διοικούν σήμερα πια άθεοι άνθρωποι! Σας υπενθυμίζω, λοιπόν, τα λόγια του Λεχ Βαλέσα της Πολωνίας: «άνθρωπος χωρίς Θεό είναι επικίνδυνος!»
Ε, λοιπόν, αυτούς τους ξεφτυλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Μαυρίστε τους! Δεν είναι άνθρωποι! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν! Είναι άτομα με νοητική διαταραχή! Δυστυχώς, αυτοί είναι τρις- χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελλοκομεία! Μή διστάζετε, λοιπόν! Όταν και όπου τους συναντάτε, φτύστε τους! Μη τους αφήνετε να σηκώνουν κεφάλι! Είναι επικίνδυνοι! Η Εκκλησία μας προσεύχεται γι’ αυτούς ως εξής: «Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς» (Ψαλμός 103). Δηλ. Ας εξαφανισθούν από την γή όλοι οι αμαρτωλοί και όλοι οι άνομοι, ώστε να μην υπάρχουν! Στον αγύριστο να πάνε όλοι αυτοί οι καταραμένοι»!» . Στην πρώτη παράγραφο από τις περιληφθείσες στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στον θάνατο ηθοποιού και αναπαράγεται δημοσίευση από άλλον ιστότοπο με την οποία αποδίδεται σε νεαρό άνδρα να παραπονείται μαινόμενος που ο Νόμος δεν του επέτρεψε να παντρευτεί τον εν λόγω ηθοποιό με τον οποίο συζούσε τα τελευταία 25 χρόνια. Ακολούθως, στην επόμενη παράγραφο γίνεται μνεία ότι προέβαλε στο προσκήνιο η ηθοποιός και βουλευτής, θαυμάστρια και φίλη του αποθανόντος η κυρία ..., η οποία απευθυνόμενη προς τον νεκρό είπε τα εξής: «Στη μνήμη της προσωπικής σου αγωνίας, θα βοηθήσω να περάσει το σύμφωνο συμβίωσης από τη Βουλή των Ελλήνων». Μετά τις παραπάνω αναφορές, ο κατηγορούμενος με σαφήνεια εστιάζει την καταγγελία του μόνο στην προαναφερθείσα πολιτικό και εκθέτει: «Καταγγέλλουμε, λοιπόν, απερίφραστα το θράσος αυτού του πολιτικού προσώπου. Καταγγέλλουμε αυτήν την ενέργεια και την καταδικάζουμε χωρίς δισταγμό». Στη συνέχεια προσδιορίζει τον λόγο της καταδίκης, καταδεικνύοντας, κατά τη δική του άποψη, την πράξη της ομοφυλοφιλίας ως εκτροπή από «τους νόμους της φύσεως», ως κοινωνικό κακούργημα και ως αμαρτία. Με βάση δε αυτές τις εκτιμήσεις χαρακτηρίζει όσους βιώνουν την ομοφυλοφιλία αλλά και όσους υποστηρίζουν αυτήν ως μη φυσιολογικούς ανθρώπους και ως αποβράσματα της κοινωνίας, χωρίς όμως να προβαίνει με αυτούς τους χαρακτηρισμούς σε οποιαδήποτε προτροπή προς τρίτους να προβούν σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, κατά τρόπο που να εκθέτει τη δημόσια τάξη και να ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία και τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Στη συνέχεια, παρατίθεται στο απόσπασμα του δημοσιεύματος που εκτίθεται στο κατηγορητήριο ότι «Δυστυχώς, αδελφοί μου, σήμερα την Ελλάδα διοικούν και μερικά τέτοια ανθρωπάρια. Ασφαλώς αποτελούν μία μικρή μειοψηφία στο σύνολο των μελών της Βουλής των Ελλήνων. Υπάρχουν όμως. Είναι αποβράσματα της κοινωνίας, περιθωριακοί άνθρωποι, ελαττωματίες, εξευτελισμένοι άνθρωποι του σκότους, οι οποίοι τώρα πια, με την ευκαιρία της υπεροχής της αριστερής πτέρυγας σήκωσαν πια κεφάλι.». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα προμνησθέντα καταλογίζονται, συνδέονται και αναφέρονται σε βάρος προσώπων που φέρουν την ιδιότητα του πολιτικού συμπεριλαμβανομένων σε αυτά μελών της Βουλής των Ελλήνων.
Από την προπαρατεθείσα διατύπωση, ουδόλως συνάγεται άλλη ερμηνεία αλλά ούτε και γίνεται αναφορά που να συνδέει τους ανωτέρω διοικούντες με συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Αντιθέτως, συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η στοχοποίηση των ως άνω πολιτικών γίνεται λόγω της εκδηλωθείσας υποστήριξής τους προς τη ψήφιση του νομοσχεδίου για το Σύμφωνο Συμβίωσης χωρίς ωστόσο να συνδέεται με συγκεκριμένο ή ιδιαίτερο σεξουαλικό προσανατολισμό αυτών των πολιτικών. Αναφορικά, λοιπόν, με τους εν λόγω πολιτικούς και μόνο, ως πρωτεργάτες προώθησης του προαναφερόμενου νομοσχεδίου, ο κατηγορούμενος με το δημοσίευμά του απευθύνει προς τους αναγνώστες του προτροπές λέγοντας. «Μη τους πλησιάζετε! Μη τους ακούτε! Μη τους εμπιστεύεσθε!». Αυτές οι προτροπές προσιδιάζουν και αφορούν σε πολιτικούς, τους οποίους λόγω της ιδιότητάς τους ως εκπροσώπων των πολιτών, δίνεται η προτροπή στους αναγνώστες να μην τους εμπιστεύονται και να μην τους ακούν. Στη συνέχεια του αποσπάσματος του δημοσιεύματος, παρατίθενται οι εξής χαρακτηρισμοί «Είναι οι κολασμένοι της Κοινωνίας! Δικαίωμά τους, βέβαια, είναι κρυφά - ιδιωτικά - να ζουν όπως θέλουν! Αλλά κάποιοι ξεφτυλισμένοι δεν μπορούν να υπερασπίζωνται δημοσίως τα πάθη της ψυχής των!», οι οποίοι όμως δεν περιέχουν προτροπές. Στο τελευταίο δε εδάφιο αυτών αναφέρεται στους πολιτικούς, που πρωτοστατούν υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης, υπερασπιζόμενοι δημοσίως τον σεξουαλικό προσανατολισμό των ομόφυλων ζευγαριών και προσώπων. Ακολούθως, και πάλι το δημοσίευμα αναφέρεται στους πολιτικούς, και μάλιστα διακρίνει την κατηγορία των άθεων πολιτικών. Ειδικότερα, το δημοσίευμα αναφέρει: «Την Ελλάδα μας διοικούν σήμερα πια άθεοι άνθρωποι! Σας υπενθυμίζω, λοιπόν, τα λόγια του Λεχ Βαλέσα της Πολωνίας: «άνθρωπος χωρίς Θεό είναι επικίνδυνος». Αναφερόμενος στους άθεους πολιτικούς, αμέσως μετά, ο κατηγορούμενος προτρέπει τους αναγνώστες του αναφέροντας: «Ε, λοιπόν αυτούς τους ξεφτυλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Μαυρίστε τους!». Ομοίως, αυτές οι προτροπές αναφέρονται στους πολιτικούς, γεγονός που προκύπτει από το ότι παρατίθενται μετά την αναφορά του σε αυτούς που διοικούν την Ελλάδα σήμερα και επιπλέον από το ότι οι προτροπές αυτές προσιδιάζουν στους πολιτικούς, με πλέον χαρακτηριστική αυτή του «Μαυρίστε τους», που συνδέεται με τη διενέργεια των εκλογών και έχει την έννοια της αποδοκιμασίας (μη ψήφιση) των υποψηφίων. Μετά ταύτα, χωρίς να αλλάζει τον στόχο των αναφορών του, παραθέτει ιδιαίτερα οξείς χαρακτηρισμούς «Δεν είναι άνθρωποι! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν! Είναι άτομα με νοητική διαταραχή! Δυστυχώς, αυτοί είναι τρις- χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελλοκομεία!» κατά των εν λόγω πολιτικών προσώπων ενώ και πάλι προτρέπει ο κατηγορούμενος «φτύστε τους, μην τους αφήνετε να σηκώσουν κεφάλι», παροτρύνοντας τους αναγνώστες του να μην επιτρέψουν στους πολιτικούς αυτούς να πετύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, αυτόν της εκλογής τους. Τέλος, στο αναφερόμενο στο κατηγορητήριο απόσπασμα του δημοσιεύματος παρατίθεται χωρίο από Ψαλμό και η απόδοσή του στη δημοτική: «Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς» (Ψαλμός 103). Δηλ. Ας εξαφανισθούν από την γή όλοι οι αμαρτωλοί και όλοι οι άνομοι, ώστε να μην υπάρχουν! Στον αγύριστο να πάνε όλοι αυτοί οι καταραμένοι!» Το γεγονός ότι και το προαναφερόμενο χωρίο παρατίθεται σε σχέση με τους πολιτικούς προκύπτει τόσο από τα προπαρατεθέντα όσο και από το καταληκτικό του δημοσιεύματος εδάφιο που αμέσως ακολουθεί: «Σας υπενθυμίζω τα λόγια αυτών των αμαρτωλών και ανόμων: «Στη μνήμη της προσωπικής σου αγωνίας, φίλε ..., θα βοηθήσω να περάσει το σύμφωνο συμβίωσης από τη Βουλή των Ελλήνων. Σε φιλώ! ...!!!». Από το εδάφιο αυτό προκύπτει ότι με τους χαρακτηρισμούς «αμαρτωλοί και άνομοι», για τους οποίους παραπάνω αναφέρει «ας εξαφανισθούν από τη γη» εννοεί τους πολιτικούς, καθόσον κάτω από την υπόμνηση «σας υπενθυμίζω τα λόγια αυτών των αμαρτωλών και άνομων» παραθέτει λόγια της πολιτικού ..., για την οποία έχει κάνει μνεία και παραπάνω στο δημοσίευμα λόγω της υποστήριξής της προς το νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης. Επιπρόσθετα, αποδεικνύεται ότι οι προτροπές του επίμαχου αποσπάσματος αναφέρονται στους πολιτικούς και από το εδάφιο που στο δημοσίευμα προηγείται του αποσπάσματος και σύμφωνα με το οποίο ο συντάκτης του κειμένου καθιστά σαφές για ποιον κάνει λόγο με όσα ακολουθούν. Συγκεκριμένα, σημειώνει: «Ώστε προκειμένου περί των Πολιτικών μπορούμε να κρίνουμε και τις πράξεις και τα πρόσωπα, μόνον και μόνον διότι με την ψήφο μας τους παρεχωρήσαμε το δικαίωμα να πάρουν στα χέρια τους το τιμόνι της Χώρας και να μας κυβερνήσουν! Επικαλούμενοι, λοιπόν, το δικαίωμα αυτό κι εμείς σήμερα από τη θέση αυτή θα κρίνουμε και θα επικρίνουμε κάποιο πολιτικό πρόσωπο, το οποίο μπροστά στο φέρετρο ενός ηθοποιού, στον οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω εταύτισε τον εαυτό του με την αθλιότητα της ομοφυλοφιλίας» και δηλώνει έτσι ότι πρόθεσή του με όσα ακολουθούν είναι να κατακρίνει πολιτικά πρόσωπα που υποστηρίζουν το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι προπαρατεθείσες προτροπές του επίμαχου δημοσιεύματος αναφέρονται στους πολιτικούς επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, οι οποίοι τόνισαν, μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω δημοσίευμα στρεφόταν κατά των πολιτικών ενόψει της ψήφισης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης, εντασσόμενο σε μία γενικότερη τακτική του κατηγορουμένου να ασκεί έντονη και οξεία κριτική σε βάρος πολιτικών για επιλογές των τελευταίων με τις οποίες ο ίδιος διαφωνεί. Επίσης, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων ..., ... και ... καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα πολιτικής αγωγής ..., οι οποίοι αναγνώρισαν τη συσχέτιση προτροπών του κειμένου προς πρόσωπα προσδιοριζόμενα από την ιδιότητα του πολιτικού ή του ανήκοντος στους διοικούντες τον τόπο. Αντίθετη κρίση προς αυτήν του Δικαστηρίου ότι οι προτροπές αναφέρονται στους πολιτικούς δεν συνάγεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ούτε και από τις καταθέσεις των λοιπών πολιτικώς εναγόντων, καθόσον αυτές έρχονται σε αντίθεση με το ίδιο το κείμενο του δημοσιεύματος. Το γεγονός ότι διατύπωσε τις ως άνω προτροπές σε βάρος των πολιτικών επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την απολογία του. Εξάλλου, ενόψει όλων των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Μητροπολίτη ... κατέκρινε με το επίμαχο δημοσίευμα, έχοντας ως υπόβαθρο τις θρησκευτικές καταβολές και πεποιθήσεις του και ενόψει της ψήφισης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης που θα συμπεριελάμβανε και τα ομόφυλα ζευγάρια, με δυσάρεστες και οξείες εκφράσεις τους πολιτικούς, που υποστήριζαν το νομοσχέδιο χωρίς όμως να προκύπτει από τις αόριστες περί αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ή άλλο αποδεικτικό μέσο ότι διήγειρε τους πολίτες σε εχθροπάθεια, όπως αυτή ορίσθηκε παραπάνω, ήτοι σε εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους (βλ. I. Μανωλεδάκης, ό.π. σελ. 234), σε βάρος των ομόφυλων ζευγαριών και προσώπων.
Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες δεν στοιχειοθετούνται κατά την αντικειμενική τους υπόσταση.

[Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου