Το δικαίωμα του καθ' ου Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) τελών αποσβέννυται, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου. Η διαταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014 με έναρξη ισχύος από 23.10.2014, δεν μπορεί να καταλάβει κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό αξιώσεις που ανάγονται σε προγενέστερα έτη και συνεπώς η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής για κάθε ένα εκ των ανωτέρω ετών είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους.
Αριθμός απόφασης: 12464/2025
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα 14ο Μονομελές
(...) Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ [βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής], ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της εγγραφής του προσφεύγοντος στον με Α.Χ.Κ. ./2014/2019/ΧΚ. χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές σε βάρος του, προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού, συνολικού ποσού 3.596,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11.3.2010 έως 18.12.2013. Περαιτέρω, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ποσού 100 ευρώ (βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γ.Γ.Π.Σ. μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής) ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ως άνω οφειλής του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων.
2. Επειδή, για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, απαιτείται ως εκ του χρόνου άσκησης αυτού (15.1.2024) και της φύσης της επίδικης χρηματικού αντικειμένου διαφοράς, το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 παρ. 3 εδ. α΄ του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αναλογικό παράβολο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο με το ποσοστό 1% του αντικειμένου της διαφοράς. Ως τέτοιο (αντικείμενο διαφοράς) θεωρείται σε υπόθεση όπως η παρούσα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., το σύνολο των καταλογισθέντων ποσών των αμφισβητούμενων φόρων και τελών, δίχως τον συνυπολογισμό των σχετικών προστίμων (βλ. ΣτΕ 761/2014 7μ.). Εν προκειμένω, καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το κατά νόμο οφειλόμενο ποσό παραβόλου ύψους 35,96 [3.596,88 Χ 1%] ευρώ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το ποσό των 64,04 (100 – 35,96) ευρώ, το οποίο και πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, κατ’ άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ. Κατόπιν τούτου και δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή έχει ασκηθεί κατά τα λοιπά εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.
3. Επειδή, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς σωρεύεται, στο ίδιο δικόγραφο, κατά το άρθρο 227 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., με την προσφυγή κατά της ως άνω εγγραφής στους χρηματικούς καταλόγους του καθ΄ ου Δήμου, η οποία συνιστά το νόμιμο τίτλο, με βάση τον οποίο διενεργήθηκε η αναφερόμενη στην ίδια σκέψη, συναφής ταμειακή βεβαίωση. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσία της.
4. Επειδή, το β. δ/γμα της 24.9/20.10.1958 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και Κοινοτήτων» (Α’ 171) ορίζει στο άρθρο 21, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και η παράγραφος 7 προστέθηκε με το άρθρο 32 του α. ν. 344/1968 (Α’ 71), ότι: «1. Δια τας υπό του δήμου ή κοινότητος παρεχομένας υπηρεσίας καθαριότητος των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, της περισυλλογής, αποκομιδής και διαθέσεως απορριμμάτων, ως και της κατασκευής και λειτουργίας κοινοχρήστων αφοδευτηρίων, επιβάλλεται τέλος οριζόμενον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) 2. (…) 5. Το τέλος καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων βαρύνει τον ποιούμενον χρήσιν των ακινήτων, υποχρεούμενον εις την καταβολή τούτου ανά εξάμηνον εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον (…) 6. (…) 7. Εν περιπτώσει συνεισπράξεως των δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού υπό της Δ.Ε.Η. τα τέλη βαρύνουν τον εκάστοτε υπό ταύτης φερόμενον καταναλωτήν και, αν ούτος είναι πρόσωπον διάφορον του πράγματι καταναλωτού ηλεκτρικής ενέργειας, τον τελευταίον τούτον υποχρεούμενον εις την καταβολήν των ως άνω τελών επί τη βάσει της εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον του δήμου ή της κοινότητος εγγραφής του φερομένου υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτού. Αι κοινοποιήσεις των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων του δήμου ή της κοινότητος ενεργούνται προς τον φερόμενον υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτήν (…)» και στο άρθρο 22 ότι: «Διά τας δαπάνας εγκαταστάσεων, συντηρήσεως και ηλεκτρικής ενεργείας προς φωτισμόν των κοινοχρήστων χώρων επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) η επιβολή υπέρ του δήμου ή κοινότητος τέλους μη δυναμένου να υπερβή τα τριάκοντα τοις εκατόν του εκάστοτε επιβαλλομένου τέλους καθαριότητος. Τα εκ του τέλους έσοδα διατίθενται αποκλειστικώς διά τας δαπάνας φωτισμού». Περαιτέρω, στην παρ. 11 του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) [όπως η πρώην παρ. 12 του εν λόγω άρθρου αναριθμήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ν. 2539/1997 (Α’ 244)], ορίζεται ότι: «Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του β. δ. 24-9/20.10.1958 (Α’ 171) και του άρθρου 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246), ενοποιούνται σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος. Το τέλος αυτό επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλης δαπάνης από παγίως παρεχόμενες στους πολίτες δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα. Για τον καθορισμό του συντελεστή του τέλους και τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 429/1976 (Α’ 235) και του άρθρου 5 του ν. 1080/1980».
5. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 25/1975 «Περί υπολογισμού και τρόπου εισπράξεως δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (Α’ 74), όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού με το άρθρο 185 παρ. 1 του ν. 4555/2018 (Α’ 133), οριζόταν ότι: «1. Τα κατά την κειμένην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς φωτισμόν παρά της Δ.Ε.Η. και εξευρίσκονται δια πολλαπλασιασμού των τετραγωνικών μέτρων της επιφανείας του χώρου τούτου επί συντελεστήν οριζόμενον εις ακεραίας μονάδας δραχμών δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου (…). 2. Η ως άνω απόφασις του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, λαμβανομένη κατά μήνα Οκτώβριον, κοινοποιείται εις την Δ.Ε.Η. μέχρις της 30ης Νοεμβρίου εκάστου έτους, ο δε εν αυτή οριζόμενος συντελεστής ισχύει από 1ης του μηνός Ιανουαρίου του επομένου έτους δι’ εν ή πλείονα ημερολογιακά έτη οριζόμενα εν τη αυτή αποφάσει, επιφυλασσομένης της ισχύος της επομένης παραγράφου. 3. Η επί τη βάσει του συντελεστού τούτου πραγματοποιουμένη υπό της Δ.Ε.Η. χρέωσις εκάστου καταναλωτού, ισχύει δι’ ολόκληρον την χρονικήν περίοδον, καθ’ ην εκτείνεται ο υπό ταύτης εφαρμοζόμενος κύκλος καταμετρήσεως, ανεξαρτήτως αν ο κύκλος ούτος συμπίπτη προς το ημερολογιακόν έτος. 4. (...). 9. [όπως η παράγραφος 5 αναριθμήθηκε σε 9, με το άρθρο 1 του ν. 429/1976 (Α’ 235)]. Η κατά το παρόν άρθρον οριστική βεβαίωσις των τελών συντελείται μόνον δι’ εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της ΔΕΗ επί τη βάσει της υπό του άρθρου 2 του παρόντος προβλεπομένης δηλώσεως, μη απαιτουμένης συντάξεως χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 25/1975, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3345/2005 (Α’ 138) και πριν από τη νέα αντικατάσταση των ιδίων εδαφίων με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018, οριζόταν ότι: «1. Οι στερούμενοι ηλεκτρικής εγκαταστάσεως υποχρεούνται εις την πληρωμήν τελών καθαριότητος και φωτισμού, υπολογιζομένων κατά τας διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του από 24-9/20.10.1958 Β.Δ. "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων". Ακίνητα που δεν χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ή του νόμιμου εκπροσώπου του και δεν ηλεκτροδοτούνται, ύστερα από βεβαίωση της Δ.Ε.Η., απαλλάσσονται από την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας για όσο χρόνο παραμένουν κλειστά. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται χρησιμοποίηση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος των υποχρέων ολόκληρο το τέλος που αναλογεί σε κάθε κατηγορία ακινήτου μαζί με το σχετικό πρόστιμο, αναδρομικά από το χρόνο απαλλαγής.», ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018 ορίσθηκε ότι: «1. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3345/2005 (Α’ 138), αντικαθίστανται ως εξής: «Ακίνητα, στα οποία διακόπτεται η ηλεκτροδότηση, απαλλάσσονται από την καταβολή ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού, από την ημερομηνία υποβολής δήλωσης του ιδιοκτήτη τους ή του νόμιμου εκπροσώπου αυτού προς τον οικείο δήμο ότι δεν ηλεκτροδοτούνται και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Μέχρι την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης, τα τέλη οφείλονται ανά κατηγορία ακινήτου και καταβάλλονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του από 24.9/20.10.1958 β. δ. (Α’ 171). Εάν, παρά την υποβολή της δήλωσης διαπιστωθεί ηλεκτροδότηση ή χρήση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου το τέλος που αναλογεί από το χρόνο απαλλαγής και ισόποσο πρόστιμο.». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου (ν. 25/1975) ορίζεται, ότι: «1. Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεον εις πληρωμήν του λογαριασμού καταναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττονται μετ’ αυτού ενιαίως υπό της ΔΕΗ διά δόσεων ίσων προς τον αριθμόν των εκδιδομένων κατ’ έτος λογαριασμών. 2. Επί λογαριασμών εκδιδομένων δια χρονικόν διάστημα μικρότερον ή μεγαλύτερον της εκάστοτε κεκανονισμένης χρονικής περιόδου, ενεργείται υπό της ΔΕΗ ανάλογος χρέωσις των εν λόγω τελών. Αι εκ τελών καθαριότητος και φωτισμού πραγματοποιούμεναι υπό τη ΔΕΗ εισπράξεις αποδίδονται εις τον δικαιούχον δήμον ή κοινότητα βάσει σχετικής εκκαθαριστικής καταστάσεως εντός του τρίτου μηνός από της λήξεως του μηνός εις τον οποίον λογιστικώς ανήκουν οι λογαριασμοί. (…) 3. (...)» και στο άρθρο 6, το τελευταίο εδάφιο του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 429/1976, ότι: «(...) Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ήθελε λάβει χώραν διαδοχή του οφειλέτου καταναλωτού εις την χρήσιν του ακινήτου παρά τρίτου, η ΔΕΗ γνωστοποιεί εις τον δήμον ή κοινότητα την τοιαύτην διαδοχήν, ως και το παρά του αποχωρήσαντος οφειλέτου παραμένον ανεξόφλητον ποσόν εκ τελών, διά την, μερίμνη του δήμου ή κοινότητος, είσπραξίν του. Το ποσόν τούτο δύναται να βεβαιούται και εισπράττεται κατά την κειμένην νομοθεσίαν και εις βάρος του κυρίου ή νομέως του ακινήτου κατά τον χρόνον γενέσεως της οφειλής».
6. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 1080/1980 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων της περί των προσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (Α΄ 246), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 1416/1984 (Α΄18) και την παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 2130/1993 (Α΄62), ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται όπως οι δήμοι και αι κοινότητες επιβάλλουν υπέρ αυτών, δι’ αποφάσεως του συμβουλίου των, φόρον εφ’ εκάστου εστεγασμένου ή μη χώρου οικιακού καταναλωτού ή καταναλωτού εμπορικής ή βιομηχανικής χρήσεως, κειμένου εις την περιφέρειάν των, ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της Δ.Ε.Η. Ο φόρος βαρύνει τον υπόχρεο σε πληρωμή του επ’ ονόματί του εκδιδόμενου λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττεται μετ’ αυτού ενιαίως από τη Δ.Ε.Η. σε δόσεις ίσες προς τον αριθμό των εκδιδομένων κάθε χρόνο λογαριασμών. (…) 6. Η κατά το παρόν άρθρον βεβαίωσις του φόρου συντελείται, εις μεν τας περιπτώσεις συνεισπράξεως υπό της Δ.Ε.Η. των τελών καθαριότητος και φωτισμού μετά της αξίας του καταναλισκομένου ρεύματος, δια της εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της Δ.Ε.Η. τον αφορώντα τα τέλη ταύτα (...) .Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις δεν απαιτείται σύνταξις χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος. 7. (...)».




