Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΜονΔΠρΑθ 12464/2025 : "Παραγραφή οφειλών προς Δήμο"

 


Το δικαίωμα του καθ' ου Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) τελών αποσβέννυται,  με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου. Η διαταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014 με έναρξη ισχύος από 23.10.2014, δεν μπορεί να καταλάβει κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό αξιώσεις που ανάγονται σε προγενέστερα έτη και συνεπώς η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής για κάθε ένα εκ των ανωτέρω ετών είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους.

 

 

Αριθμός απόφασης: 12464/2025

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

Τμήμα 14ο Μονομελές

 

(...) Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ [βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής], ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της εγγραφής του προσφεύγοντος στον με Α.Χ.Κ. ./2014/2019/ΧΚ. χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές σε βάρος του, προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού, συνολικού ποσού 3.596,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11.3.2010 έως 18.12.2013. Περαιτέρω, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ποσού 100 ευρώ (βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γ.Γ.Π.Σ. μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής) ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ως άνω οφειλής του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων.

2. Επειδή, για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, απαιτείται ως εκ του χρόνου άσκησης αυτού (15.1.2024) και της φύσης της επίδικης χρηματικού αντικειμένου διαφοράς, το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 παρ. 3 εδ. α΄ του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αναλογικό παράβολο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο με το ποσοστό 1% του αντικειμένου της διαφοράς. Ως τέτοιο (αντικείμενο διαφοράς) θεωρείται σε υπόθεση όπως η παρούσα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., το σύνολο των καταλογισθέντων ποσών των αμφισβητούμενων φόρων και τελών, δίχως τον συνυπολογισμό των σχετικών προστίμων (βλ. ΣτΕ 761/2014 7μ.). Εν προκειμένω, καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το κατά νόμο οφειλόμενο ποσό παραβόλου ύψους 35,96 [3.596,88 Χ 1%] ευρώ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το ποσό των 64,04 (100 – 35,96) ευρώ, το οποίο και πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, κατ’ άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ. Κατόπιν τούτου και δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή έχει ασκηθεί κατά τα λοιπά εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

3. Επειδή, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς σωρεύεται, στο ίδιο δικόγραφο, κατά το άρθρο 227 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., με την προσφυγή κατά της ως άνω εγγραφής στους χρηματικούς καταλόγους του καθ΄ ου Δήμου, η οποία συνιστά το νόμιμο τίτλο, με βάση τον οποίο διενεργήθηκε η αναφερόμενη στην ίδια σκέψη, συναφής ταμειακή βεβαίωση. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσία της.

4. Επειδή, το β. δ/γμα της 24.9/20.10.1958 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και Κοινοτήτων» (Α’ 171) ορίζει στο άρθρο 21, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και η παράγραφος 7 προστέθηκε με το άρθρο 32 του α. ν. 344/1968 (Α’ 71), ότι: «1. Δια τας υπό του δήμου ή κοινότητος παρεχομένας υπηρεσίας καθαριότητος των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, της περισυλλογής, αποκομιδής και διαθέσεως απορριμμάτων, ως και της κατασκευής και λειτουργίας κοινοχρήστων αφοδευτηρίων, επιβάλλεται τέλος οριζόμενον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) 2. (…) 5. Το τέλος καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων βαρύνει τον ποιούμενον χρήσιν των ακινήτων, υποχρεούμενον εις την καταβολή τούτου ανά εξάμηνον εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον (…) 6. (…) 7. Εν περιπτώσει συνεισπράξεως των δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού υπό της Δ.Ε.Η. τα τέλη βαρύνουν τον εκάστοτε υπό ταύτης φερόμενον καταναλωτήν και, αν ούτος είναι πρόσωπον διάφορον του πράγματι καταναλωτού ηλεκτρικής ενέργειας, τον τελευταίον τούτον υποχρεούμενον εις την καταβολήν των ως άνω τελών επί τη βάσει της εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον του δήμου ή της κοινότητος εγγραφής του φερομένου υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτού. Αι κοινοποιήσεις των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων του δήμου ή της κοινότητος ενεργούνται προς τον φερόμενον υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτήν (…)» και στο άρθρο 22 ότι: «Διά τας δαπάνας εγκαταστάσεων, συντηρήσεως και ηλεκτρικής ενεργείας προς φωτισμόν των κοινοχρήστων χώρων επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) η επιβολή υπέρ του δήμου ή κοινότητος τέλους μη δυναμένου να υπερβή τα τριάκοντα τοις εκατόν του εκάστοτε επιβαλλομένου τέλους καθαριότητος. Τα εκ του τέλους έσοδα διατίθενται αποκλειστικώς διά τας δαπάνας φωτισμού». Περαιτέρω, στην παρ. 11 του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) [όπως η πρώην παρ. 12 του εν λόγω άρθρου αναριθμήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ν. 2539/1997 (Α’ 244)], ορίζεται ότι: «Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του β. δ. 24-9/20.10.1958 (Α’ 171) και του άρθρου 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246), ενοποιούνται σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος. Το τέλος αυτό επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλης δαπάνης από παγίως παρεχόμενες στους πολίτες δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα. Για τον καθορισμό του συντελεστή του τέλους και τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 429/1976 (Α’ 235) και του άρθρου 5 του ν. 1080/1980».

5. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 25/1975 «Περί υπολογισμού και τρόπου εισπράξεως δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (Α’ 74), όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού με το άρθρο 185 παρ. 1 του ν. 4555/2018 (Α’ 133), οριζόταν ότι: «1. Τα κατά την κειμένην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς φωτισμόν παρά της Δ.Ε.Η. και εξευρίσκονται δια πολλαπλασιασμού των τετραγωνικών μέτρων της επιφανείας του χώρου τούτου επί συντελεστήν οριζόμενον εις ακεραίας μονάδας δραχμών δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου (…). 2. Η ως άνω απόφασις του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, λαμβανομένη κατά μήνα Οκτώβριον, κοινοποιείται εις την Δ.Ε.Η. μέχρις της 30ης Νοεμβρίου εκάστου έτους, ο δε εν αυτή οριζόμενος συντελεστής ισχύει από 1ης του μηνός Ιανουαρίου του επομένου έτους δι’ εν ή πλείονα ημερολογιακά έτη οριζόμενα εν τη αυτή αποφάσειεπιφυλασσομένης της ισχύος της επομένης παραγράφου. 3. Η επί τη βάσει του συντελεστού τούτου πραγματοποιουμένη υπό της Δ.Ε.Η. χρέωσις εκάστου καταναλωτού, ισχύει δι’ ολόκληρον την χρονικήν περίοδον, καθ’ ην εκτείνεται ο υπό ταύτης εφαρμοζόμενος κύκλος καταμετρήσεως, ανεξαρτήτως αν ο κύκλος ούτος συμπίπτη προς το ημερολογιακόν έτος. 4. (...). 9. [όπως η παράγραφος 5 αναριθμήθηκε σε 9, με το άρθρο 1 του ν. 429/1976 (Α’ 235)]. Η κατά το παρόν άρθρον οριστική βεβαίωσις των τελών συντελείται μόνον δι’ εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της ΔΕΗ επί τη βάσει της υπό του άρθρου 2 του παρόντος προβλεπομένης δηλώσεως, μη απαιτουμένης συντάξεως χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 25/1975, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3345/2005 (Α’ 138) και πριν από τη νέα αντικατάσταση των ιδίων εδαφίων με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018, οριζόταν ότι: «1. Οι στερούμενοι ηλεκτρικής εγκαταστάσεως υποχρεούνται εις την πληρωμήν τελών καθαριότητος και φωτισμού, υπολογιζομένων κατά τας διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του από 24-9/20.10.1958 Β.Δ. "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων". Ακίνητα που δεν χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ή του νόμιμου εκπροσώπου του και δεν ηλεκτροδοτούνται, ύστερα από βεβαίωση της Δ.Ε.Η., απαλλάσσονται από την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας για όσο χρόνο παραμένουν κλειστά. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται χρησιμοποίηση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος των υποχρέων ολόκληρο το τέλος που αναλογεί σε κάθε κατηγορία ακινήτου μαζί με το σχετικό πρόστιμο, αναδρομικά από το χρόνο απαλλαγής.», ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018 ορίσθηκε ότι: «1. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3345/2005 (Α’ 138), αντικαθίστανται ως εξής: «Ακίνητα, στα οποία διακόπτεται η ηλεκτροδότηση, απαλλάσσονται από την καταβολή ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού, από την ημερομηνία υποβολής δήλωσης του ιδιοκτήτη τους ή του νόμιμου εκπροσώπου αυτού προς τον οικείο δήμο ότι δεν ηλεκτροδοτούνται και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Μέχρι την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης, τα τέλη οφείλονται ανά κατηγορία ακινήτου και καταβάλλονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του από 24.9/20.10.1958 β. δ. (Α’ 171). Εάν, παρά την υποβολή της δήλωσης διαπιστωθεί ηλεκτροδότηση ή χρήση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου το τέλος που αναλογεί από το χρόνο απαλλαγής και ισόποσο πρόστιμο.». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου (ν. 25/1975) ορίζεται, ότι: «1. Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεον εις πληρωμήν του λογαριασμού καταναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττονται μετ’ αυτού ενιαίως υπό της ΔΕΗ διά δόσεων ίσων προς τον αριθμόν των εκδιδομένων κατ’ έτος λογαριασμών. 2. Επί λογαριασμών εκδιδομένων δια χρονικόν διάστημα μικρότερον ή μεγαλύτερον της εκάστοτε κεκανονισμένης χρονικής περιόδου, ενεργείται υπό της ΔΕΗ ανάλογος χρέωσις των εν λόγω τελών. Αι εκ τελών καθαριότητος και φωτισμού πραγματοποιούμεναι υπό τη ΔΕΗ εισπράξεις αποδίδονται εις τον δικαιούχον δήμον ή κοινότητα βάσει σχετικής εκκαθαριστικής καταστάσεως εντός του τρίτου μηνός από της λήξεως του μηνός εις τον οποίον λογιστικώς ανήκουν οι λογαριασμοί. (…) 3. (...)» και στο άρθρο 6, το τελευταίο εδάφιο του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 429/1976, ότι: «(...) Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ήθελε λάβει χώραν διαδοχή του οφειλέτου καταναλωτού εις την χρήσιν του ακινήτου παρά τρίτου, η ΔΕΗ γνωστοποιεί εις τον δήμον ή κοινότητα την τοιαύτην διαδοχήν, ως και το παρά του αποχωρήσαντος οφειλέτου παραμένον ανεξόφλητον ποσόν εκ τελών, διά την, μερίμνη του δήμου ή κοινότητος, είσπραξίν του. Το ποσόν τούτο δύναται να βεβαιούται και εισπράττεται κατά την κειμένην νομοθεσίαν και εις βάρος του κυρίου ή νομέως του ακινήτου κατά τον χρόνον γενέσεως της οφειλής».

6. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 1080/1980 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων της περί των προσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (Α΄ 246), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 1416/1984 (Α΄18) και την παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 2130/1993 (Α΄62), ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται όπως οι δήμοι και αι κοινότητες επιβάλλουν υπέρ αυτών, δι’ αποφάσεως του συμβουλίου των, φόρον εφ’ εκάστου εστεγασμένου ή μη χώρου οικιακού καταναλωτού ή καταναλωτού εμπορικής ή βιομηχανικής χρήσεως, κειμένου εις την περιφέρειάν των, ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της Δ.Ε.Η. Ο φόρος βαρύνει τον υπόχρεο σε πληρωμή του επ’ ονόματί του εκδιδόμενου λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττεται μετ’ αυτού ενιαίως από τη Δ.Ε.Η. σε δόσεις ίσες προς τον αριθμό των εκδιδομένων κάθε χρόνο λογαριασμών. (…) 6. Η κατά το παρόν άρθρον βεβαίωσις του φόρου συντελείται, εις μεν τας περιπτώσεις συνεισπράξεως υπό της Δ.Ε.Η. των τελών καθαριότητος και φωτισμού μετά της αξίας του καταναλισκομένου ρεύματος, δια της εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της Δ.Ε.Η. τον αφορώντα τα τέλη ταύτα (...) .Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις δεν απαιτείται σύνταξις χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος. 7. (...)». 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Εξωδικαστικός ή πτώχευση; Δύο δρόμοι για οικονομική επανεκκίνηση [ του Σταύρου Σαββίδη, Δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω / Διαμεσολαβητή]

 


Ο Νόμος 4738/2020, γνωστός ως Κώδικας Δεύτερης Ευκαιρίας, άλλαξε ριζικά το πλαίσιο για όσους έχουν χρέη προς Τράπεζες, Δημόσιο και ΕΦΚΑ προσφέροντας σύγχρονα εργαλεία αντιμετώπισης του χρέους.

Για πρώτη φορά, κάθε φυσικό πρόσωπο – ανεξάρτητα από το αν έχει εμπορική ιδιότητα – μπορεί είτε να ρυθμίσει τις οφειλές του μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών, είτε να απαλλαγεί από αυτές μέσω της Πτώχευσης Μικρού Αντικειμένου.

Πρόκειται για δύο διαδικασίες διαφορετικής φιλοσοφίας, αλλά με κοινό στόχο: να δώσουν στους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις την ευκαιρία μιας πραγματικής οικονομικής επανεκκίνησης.

Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το αν ο οφειλέτης μπορεί ακόμη να ανταποκριθεί σε ρυθμίσεις ή έχει πλέον φτάσει σε πλήρη οικονομική αδυναμία.


Εξωδικαστικός Μηχανισμός: Ρύθμιση οφειλών και διατήρηση περιουσίας

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών αποτελεί την πιο ήπια και φιλική προς τον οφειλέτη διαδικασία. Απευθύνεται σε όσους έχουν ακόμη οικονομική δραστηριότητα ή σταθερό εισόδημα και παράλληλα επιθυμούν να διασώσουν την περιουσία τους ή την επαγγελματική τους δραστηριότητα μέσω μίας βιώσιμης ρύθμισης, χωρίς να οδηγηθούν σε ακραία λύση, όπως η πτώχευση,

Η διαδικασία είναι ηλεκτρονική και αυτοματοποιημένη, χωρίς δικαστική εμπλοκή.

Ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση στην πλατφόρμα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (www.keyd.gov.gr) όπου και αντλούνται τα οικονομικά του στοιχεία (Εισόδημα, περιουσία, οφειλές).

Το σύστημα, βάσει αλγορίθμου, προτείνει ρύθμιση για όλες τις οφειλές, ανάλογα με το εισόδημα, την αξία της περιουσίας και το ύψος του χρέους.

Τα οφέλη είναι ουσιαστικά:

• Έως 240 δόσεις για Δημόσιο και ΕΦΚΑ.

• Έως 420 δόσεις για δάνεια προς τράπεζες.

• Διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων, και σε πολλές περιπτώσεις “κούρεμα” κεφαλαίου.

• Αναστολή κατασχέσεων και πλειστηριασμών από την υποβολή της αίτησης.

• Αναστολή ποινικών διώξεων για χρέη προς το Δημόσιο

Ο Εξωδικαστικός δεν οδηγεί σε απώλεια περιουσίας. Αντίθετα, δίνει στον οφειλέτη χώρο να αναπνεύσει, προστατεύοντας την περιουσία του και επιτρέποντας την ομαλή εξυπηρέτηση των οικονομικών του υποχρεώσεων. Είναι, με απλά λόγια, ο δρόμος για όσους θέλουν να διασώσουν την περιουσία τους και να αποπληρώσουν τις οφειλές τους με τρόπο βιώσιμο.

 

Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου: Η λύση για το απόλυτο αδιέξοδο

Σε αντίθεση με τον Εξωδικαστικό, η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου απευθύνεται σε όσους δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετήσουν καμία ρύθμιση, βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών τους και η αξία της περιουσίας τους (ενεργητικό) δεν υπερβαίνει τις 450.000 ευρώ.

Πρόκειται για μια απλοποιημένη μορφή πτώχευσης, που δίνει στον οφειλέτη τη δυνατότητα απαλλαγής από τα χρέη του μέσα σε διάστημα ενός ή τριών ετών, ανάλογα με την περιουσία που διαθέτει.

Η μεγάλη καινοτομία του νέου Πτωχευτικού Κώδικα είναι ότι δεν απαιτείται εμπορική ιδιότητα: κάθε φυσικό πρόσωπο (υπάλληλος, συνταξιούχος, άνεργος κλπ.) μπορεί πλέον να πτωχεύσει, εφόσον βρίσκεται σε παύση πληρωμών, δηλαδή σε γενική και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του.

Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, ενώ το αρμόδιο δικαστήριο είναι πάντοτε το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Τα αποτελέσματα της πτώχευσης

Από τη στιγμή που εκδίδεται η απόφαση :

• Αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά του οφειλέτη (κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, αγωγές), εκτός από αυτές των ενέγγυων πιστωτών.

• Διορίζεται σύνδικος, ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκποίηση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

• Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από όλα τα χρέη του μέσα σε 1 ή 3 χρόνια, ανάλογα με την αξία των περιουσιακών του στοιχείων.

Αν η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκούν ούτε για τα έξοδα της διαδικασίας, το δικαστήριο δεν προχωρά σε κήρυξη πτώχευσης, αλλά διατάσσει την εγγραφή του ονόματος του στο Μητρώο Φερεγγυότητας – και μετά την πάροδο τριετίας, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από όλα τα χρέη του. Πρόκειται δηλαδή για “απαλλαγή χωρίς περιουσία”, που πρακτικά δίνει σε οικονομικά εξαντλημένα φυσικά πρόσωπα τη δυνατότητα ολοκληρωτικής διαγραφής χρεών, ακόμη και χωρίς ρευστοποίηση περιουσίας.

Η διαδικασία οδηγεί σε ολοκληρωτική επανεκκίνηση: ο οφειλέτης διαγράφει όλα τα παλαιά χρέη και αποκτά εκ νέου φορολογική, ασφαλιστική και τραπεζική ενημερότητα, έχοντας προσφέρει για ρευστοποίηση όλη του την κινητή και ακίνητη περιουσία.

 

Εξωδικαστικός ή Πτώχευση; Ποιον δρόμο να επιλέξει ο οφειλέτης

Ο Εξωδικαστικός είναι η ενδεδειγμένη λύση όταν υπάρχει σταθερό εισόδημα και προοπτική αποπληρωμής, έστω και με μειωμένες δόσεις. Η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου είναι το έσχατο αλλά απελευθερωτικό βήμα, όταν η οικονομική αδυναμία είναι πλήρης και η ρύθμιση δεν είναι πλέον ρεαλιστική και βιώσιμη.

Η επιλογή εξαρτάται από:

• Το ύψος των χρεών και τη φύση τους (προς Δημόσιο, τράπεζες, ιδιώτες).

• Την ύπαρξη εισοδήματος ή περιουσίας.

• Το αν υπάρχει συμφέρον να διατηρηθεί επιχείρηση ή ακίνητο.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η στρατηγική συνδυάζει και τις δύο διαδικασίες: ο οφειλέτης επιχειρεί πρώτα ρύθμιση μέσω Εξωδικαστικού και, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ή αυτή δεν είναι βιώσιμη, ακολουθεί την οδό της πτώχευσης για πλήρη απαλλαγή.

Δύο διαφορετικοί δρόμοι για το ίδιο αποτέλεσμα

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός και η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου δεν είναι ανταγωνιστικοί θεσμοί. Είναι δύο διαφορετικά εργαλεία του ίδιου πλαισίου, που αποσκοπούν στην οικονομική επανεκκίνηση του πολίτη.

Ο πρώτος προλαμβάνει την οικονομική κατάρρευση• ο δεύτερος θεραπεύει τις συνέπειές της. Και οι δύο, όμως, υπηρετούν μια κοινή αρχή: ότι κάθε φυσικό πρόσωπο και κάθε επιχείρηση δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία

Η σημασία της σωστής καθοδήγησης

Η επιτυχία και των δύο διαδικασιών εξαρτάται από την προσεκτική προετοιμασία και τη σωστή νομική καθοδήγηση. Ο δικηγόρος που γνωρίζει τόσο τον Εξωδικαστικό όσο και την Πτώχευση μπορεί να καθορίσει την καταλληλότερη λύση και να οργανώσει την στρατηγική του οφειλέτη με τρόπο που αυξάνει δραματικά τις πιθανότητες επιτυχίας.

_______________________________________________

Ο Σταύρος Σαββίδης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, Πιστοποιημένος Διαμεσολαβητής, με εξειδίκευση στην Τραπεζική Διαμεσολάβηση και στην αναδιάρθρωση οφειλών.

Πηγή: insider.gr


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΤΕΜΠΗ – ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΡΕΝΩΝ – ΘΑΝΑΤΟΣ 57 ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ 180 ΑΤΟΜΩΝ – ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ – ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΗΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΗΛΕΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΚΙΝΗΣΗΣ. ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ. ΑΓΩΓΗ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΘΑΝΟΝΤΟΣ- ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ – ΔΕΚΤΗ ΕΝ ΜΕΡΕΙ Η ΑΓΩΓΗ. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΕΦΕΣΕΩΝ – ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙ ΕΥΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΑΣΘΕΝΤΩΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΣ ΠΟΣΩΝ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΦΕΣΕΩΝ.

 


Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι τυγχάνουν, η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος, οι δεύτερος και τρίτος τέκνα  και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή του θανόντος, ο οποίος απασχολούνταν στην πρώτη εναγόμενη, ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων, και ο οποίος επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία, ωστόσο στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18′ η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία, που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Πειραιάς, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του συγγενούς των εναγόντων  – Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, όπως αυτή θεμελιώνεται σε πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων και των οργάνων τους – Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Αποδεικνύεται ότι η επέλευση του επίδικου δυστυχήματος οφείλεται : α) σε συγκλίνουσα αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων των δύο εναγομένων εταιρειών, ήτοι του μηχανοδηγού της πρώτης εναγόμενης και του σταθμάρχη της δεύτερης εναγόμενης, η πρώτη εκ των οποίων, ως εργοδότρια, είχε νόμιμη υποχρέωση να εξασφαλίζει, στους εργαζομένους της, ασφαλείς συνθήκες εργασίας, η δε δεύτερη να εξασφαλίζει υποδομές ασφαλούς σιδηροδρομικής μεταφοράς. Ειδικότερα,όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη, η ευθύνη της στην επέλευση του δυστυχήματος συνίσταται στο ότι δεν μερίμνησε για την εγκατάσταση και ορθή λειτουργία των απαραίτητων τεχνολογικών συστημάτων ασφαλείας κίνησης των συρμών, τα οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε απουσίαζαν, είτε εμφάνιζαν σημαντικές ελλείψεις. Κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι η χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων/συγγενών του θανόντος, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 200.000 ευρώ, για έκαστο εξ αυτών, οφειλόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από καθεμία από τις εναγόμενες, με το νόμιμο τόκο. Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις εφέσεις κατά της υπ’αρ.966/24 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [ Αρ. 1,2  Ν.551/15, αρ. 662, 922,932 ΑΚ, αρ. 3 παρ. 1-3 N. 3891/10 , αρ. 240 ΚΠολΔ, Οδ. (ΕΕ) 2016/797, αρ. 42 παρ. 1 Ν.3850/10,  αρ. 18 Ν.3891/10, αρ.61 παρ. 3  Οδ. (ΕΕ) 2016/798, Καν.(ΕΕ)2019/773, αρ. 42, 43 N.3850/10, αρ. 10 παρ. 1 N.2696/99, αρ. 25 παρ. 1 Συντ.]


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 3886/2025

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:



ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Φέρονται νόμιμα προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 15-1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...-2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 16), β) η από 16-1-2025 έφεση των εκκαλούντων: 1) ... ... του ..., χήρας ... ..., 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ... και 4) ... ... του ... (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 17) και γ) η από 17- 1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Α.Κ.ΕΝΔ.ΜΕΣΟΥ ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 18), οι οποίες, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθώς αφορούν στην ίδια απόφαση (υπ' αριθμ. 966/2024 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών) και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται η μείωση των εξόδων (αρθρ. 31, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).

Οι ανωτέρω υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ'αρ. 966/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 επ. ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 του ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 496, 500, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1 και 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 3-12-2024 επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, στις 20-12-2024 (βλ. σχετική σημείωση επί του κειμένου της προσκομιζόμενης εκκαλούμενης αποφάσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ...) και οι ανωτέρω εφέσεις ασκήθηκαν με την κατάθεσή τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στις 16-1-2025, 16-1-2025 και 17-1-2025, αντιστοίχως (βλ. ανωτέρω πράξεις καταθέσεως τους ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ. Εκ του περισσού δε, κατατέθηκε από τους εκκαλούντες εκάστης έφεσης το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 εδ.α' του ΚΠολΔ, παράβολο ποσού 100 ευρώ, για κάθε έφεση (όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κάτωθεν των εκθέσεων καταθέσεων εκάστης έφεσης), αν και στην ένδικη περίπτωση δεν απαιτείται η κατάθεσή του, διότι, σύμφωνα με το εδ.στ' της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (εργατικές). Ως εκ τούτου και ανεξάρτητα από την κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας των εν λόγω εφέσεων, θα διαταχθεί η απόδοση των ανωτέρω κατατεθέντων παραβολών στους εκκαλούντες των ανωτέρω εφέσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν, περαιτέρω, στην ουσία τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι στις υπό στοιχείο Α' και Γ' εφέσεις και εκκαλούντες στην υπό στοιχείο Β' έφεση) στην από 23-10-2023 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2023 - ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) σε βάρος: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.», εξέθεταν ότι τυγχάνουν η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος του ... ... του ..., οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών τέκνα αυτού από το γάμο του με την πρώτη ενάγουσα και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή αυτού, ο οποίος (... ... του ...) είχε προσληφθεί, στις ..., δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΩΝ, ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΏΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΑΕ.», καθολική διάδοχος της οποίας είναι, ήδη, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και ότι έκτοτε απασχολούνταν ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία έχει την εκμετάλλευση του σιδηροδρομικού δικτύου πραγματοποιώντας μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, ενώ η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έχει την ευθύνη της εύρυθμης και ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής. Ότι ο ως άνω συγγενής των εναγόντων, εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ο οποίος γεννήθηκε στις 21-1-1960, στις 28-2-2023 και ενώ είχε ολοκληρώσει την υπηρεσία του στην αμαξοστοιχία IC-58 με ωράριο εργασίας από τις 14.00' μ.μ. έως τις 22.00' μ.μ. επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία IC-62 από το σταθμό της Λάρισας, αναχωρώντας στις 23.04'μ.μ., προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, όπου θα διανυκτέρευε, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία στην αμαξοστοιχία IC-56 με δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Α.Ι.Ρέντη. Ότι στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18'η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, η οποία εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο στη γραμμή Αθήνα - Θεσσαλονίκη συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία ..., που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Πειραιάς με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και προσωπικού υπαλλήλων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και του ως άνω συγγενούς των εναγόντων και τον τραυματισμό 180 ατόμων, καθώς και την καταστροφή μέρους των αμαξοστοιχιών και εγκαταστάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής. Ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση αυτή προκλήθηκε πυρκαγιά. Ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, λόγω της περιγραφόμενης βαριάς μορφής συγκλίνουσας αμέλειας τους, όπως αυτή θεμελιώνεται τόσο στις ειδικά αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων (συγκεκριμένα ως προς την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία του σταθμάρχη της ... ..., ο οποίος, επιπρόσθετα, στερούνταν των απαραίτητων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και των κατάλληλων γνώσεων και εκπαίδευσης και ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία του πρώτου μηχανοδηγού της), όσο και στις παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών των οργάνων των εναγομένων, που είναι εκ του νόμου υπόχρεες, η μεν πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως εργοδότρια του θανόντος εργαζομένου της, να προβεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στο σιδηροδρομικό δίκτυο, εφόσον αποδέχθηκε να το χρησιμοποιεί παρά τις ελλείψεις, που έφερε σε πρόσωπα και τεχνολογικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν γνωστές σε αυτή, η δε δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, ως φέρουσα την ευθύνη ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή. Ότι, προς εξακρίβωση των παραγόντων, που συνέβαλαν στην επέλευση του ατυχήματος, συστήθηκε τριμελής επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, το πόρισμα της οποίας αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής ως προς κεφάλαιο της με αριθμό 3 με τον τίτλο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ» και το κεφάλαιο με αριθμ. 5 με τον τίτλο «ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΣΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Ότι με το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του τμήματος Τροχαίας Λάρισας ορίστηκαν πραγματογνώμονες οι ... ..., μηχανολόγος - μηχανικός και ... ..., ηλεκτρολόγος - μηχανικός προκειμένου να διενεργήσουν πραγματογνωμοσύνη, προς εξακρίβωση των συνθηκών του δυστυχήματος, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. …. παραγγελία του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας. Ότι, ακολούθως, συντάχθηκε η από 19-6-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ανωτέρω, τα συμπεράσματα της οποίας αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, όπως αναλυτικά εκτίθενται σε αυτή. Ότι, περαιτέρω, στο πλαίσιο διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος, εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. … απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), οι διαπιστώσεις της οποίας αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, όπως και το από 9-3-2023 Πόρισμα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων (ERA). Βάσει του ως άνω ιστορικού, οι ενάγοντες, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτώς περιορίστηκε από εν μέρει καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε στις νομότυπα υποβληθείσες προτάσεις τους (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων αυτών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες, το ποσό των 245.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν συνεπεία της απώλειας του οικείου τους προσώπου υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή συνθήκες, με το νόμιμο τόκο (υπερημερίας και επιδικίας) από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Τέλος, ζητούν να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 966/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες, εις ολόκληρο έκαστη, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την ανωτέρω υπό στοιχ. В έφεση τους για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται και η δεύτερη εναγόμενη (ΟΣΕ Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. A έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και ως προς το ύψος της επικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα παραπονείται ως προς τις παραδοχές της εκκαλούμενης αποφάσεως: α) αναφορικά με το ζήτημα της μετάταξης, της εκπαίδευσης και των τυπικών προσόντων του σταθμάρχη Λάρισας (πρώτος λόγος εφέσεως), β) αναφορικά με την αυτοτελή ευθύνη του ΟΣΕ (δεύτερος λόγος εφέσεως), γ) αναφορικά με τις πράξεις και παραλείψεις των δύο προστηθέντων μηχανοδηγών της πρώτης εναγομένης εταιρείας (τρίτος λόγος εφέσεως) και δ) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (τέταρτος λόγος εφέσεως). Ζητεί, δε, η δεύτερη εναγόμενη, με την ανωτέρω έφεση της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Τέλος, κατά της απόφασης παραπονείται και η πρώτη εναγόμενη (...Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. Γ έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το κεφάλαιο της εκκαλούμενης αποφάσεως, που της αποδίδει ευθύνη για το δυστύχημα (αυτοτελή, αλλά και λόγω υπαίτιων πράξεων και παραλείψεων του προστηθέντος αυτής πρώτου μηχανοδηγού), αλλά και ως προς το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ζητεί, δε, η πρώτη εναγομένη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1/1/2026 – ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ Ν. 5221/2025 ΚΑΙ 5264/2025

 


Από τις 28/7/2025 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τ. Α΄133) ο Ν. 5221/2025, που επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και περιορισμένα στον Αστικό Κώδικα, περαιτέρω δε εισήγαγε την διαδικασία επαναπροσδιορισμού των ανακοπών κατά της εκτέλεσης.

Επειδή διαπιστώθηκαν αστοχίες κατά την ψήφιση του Ν. 5221/2025, ο νομοθέτης μετά την πίεση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και των επιστημονικών ενώσεων με το Ν. 5264/2025 προέβη σε περιορισμένες τροποποιήσεις του Ν. 5221/2025, προκειμένου να θεραπεύσει τις αστοχίες αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη αρκετά σημεία που επιβάλλεται να διορθωθούν, καθώς οι αντιφατικές ή ασαφείς ρυθμίσεις δεν έχουν εκλείψει. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει εξαγγείλει ότι θα υπάρξει και 2ο κύμα τροποποίησης του Ν. 5221/2025 εντός του Ιανουαρίου 2026.

Εξάλλου, από τον Ιούλιο που δημοσιεύθηκε ο Ν. 5221/2025 ο επιστημονικός διάλογος που έχει αναπτυχθεί έχει αναδείξει διάφορα ζητήματα, στα οποία η αρχική ερμηνευτική προσέγγιση είτε έχει εμπλουτιστεί είτε έχει διαφοροποιηθεί, είτε επιβάλλεται να στηριχθεί περισσότερο.

Για αυτό και κρίθηκε αναγκαίο να συνταχθεί ένα επικαιροποιημένο σημείωμα που θα απεικονίζει την γενική εικόνα των νέων ρυθμίσεων κατά την θέση τους σε ισχύ.

Και στο παρόν σημείωμα η παρουσίαση των νέων ρυθμίσεων παραμένει μη εξαντλητική και σκοπό έχει να ενημερώσει τους συναδέλφους για το βασικό περίγραμμα των αλλαγών.

Η παρουσίαση των σημαντικότερων τροποποιήσεων θα γίνει κατά κεφάλαια, ακολουθώντας κατά βάση τον τρόπο κατάστρωσης των κεφαλαίων του ΚΠολΔ, σε μια προσπάθεια να γίνει πιο εύληπτη.

 

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΑΛΛΑΓΕΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

1.- Υποχρεωτικός προσδιορισμός δικασίμου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την κατάθεση του δικογράφου σε όλες τις υποθέσεις (νέο άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η συζήτηση όλων των υποθέσεων πρέπει να προσδιορίζεται κατ’ αρχήν εντός 210 ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Αν πρόκειται για υπόθεση με υποχρέωση επίδοσης στο εξωτερικό, η δικάσιμος θα πρέπει να προσδιορίζεται σε μεγαλύτερη προθεσμία (9-10 μηνών). Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά όλες τις υποθέσεις. Αυτό θα σημαίνει ότι και στην νέα τακτική με την κατάθεση του δικογράφου θα προσδιορίζεται δικάσιμος.

Η αρχική διατύπωση του άρθρου 215 παρ. 1 έκανε λόγο για προσδιορισμός στο διάστημα αφού συμπληρωθούν 6 μήνες και πριν συμπληρωθούν 7 μήνες, αλλά η ρύθμιση αυτή δημιουργούσε πρακτικά προβλήματα με την τήρηση προθεσμιών του άρθρου 237. Για αυτό και τροποποιήθηκε με το Ν. 5264/2025 με την πρόβλεψη ως ανωτάτου χρονικού ορίου αυτού των 210 ημερών (περίπου 7 μηνών).

Πρόκειται για διάταξη που θα συναντήσει μεγάλα προβλήματα πραγματικής εφαρμογής στην Αθήνα, καθώς μόνον στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας (υπό το Ν. 5221/2025) και σε κάποιες ειδικές διαδικασίες η σχετική προθεσμία τηρείται (τουλάχιστον κατά τις πρώτες μέρες εφαρμογής του νέου νόμου. Με άλλα λόγια, με την εξαίρεση της νέας τακτικής διαδικασίας, η προθεσμία τηρείται μόνον σε όσες περιπτώσεις και προ του Ν. 5221/2025 το χρονικό αυτό περιθώριο τηρείτο ούτως ή άλλως.

Πέρα από το ρεαλιστικό της ρύθμισης, ζητήματα τίθενται και ως προς την νέα τακτική διαδικασία και έχουν να κάνουν με τις δικαστικές διακοπές: οι πρώτες αγωγές των μηνών Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 θα έπρεπε να πάρουν δικάσιμο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο αντίστοιχα. Τότε όμως δεν μπορούν να δικαστούν λόγω των δικαστικών διακοπών. Οι σχετικές αγωγές του Μαρτίου δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα και μπορούν να προσδιοριστούν στους 7 μήνες. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν όταν κατατεθούν οι αγωγές αυτές θα έχουν εξαντληθεί τα πινάκια των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα υπάρξουν αλυσιδωτές επιπτώσεις. Οψόμεθα.

 

2.- Προθεσμία επίδοσης 30 ημερών  ως όρος της έγκυρης άσκησης για όλες τις αγωγές (νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ):

Πριν από το Ν. 5221/2025 προβλεπόταν προθεσμία επίδοσης ως προϋπόθεση της έγκυρης άσκησής τους 30 ημερών μόνον στην περίπτωση αγωγής της (νέας) τακτικής διαδικασίας. Με το νέο νόμο προβλέπεται ότι το βάρος αυτό ισχύει για όλες τις αγωγές όλων των διαδικασιών (εκτός αν προβλέπεται κάτι διαφορετικό σε ειδικές διατάξεις). Συνεπώς, με το Ν. 5221/2025 προβλέπεται γενική προθεσμία επίδοσης όλων των αγωγών εντός 30 ημερών από την κατάθεσή τους. Αλλιώς, η σχετική αγωγή λογίζεται ως μη ασκηθείσα[1].

Δεν προβλέπεται πλέον διαφορετική (μεγαλύτερη) προθεσμία για την επίδοση στην αλλοδαπή ή επί αγνώστου διαμονής, όπως είχε η προηγούμενη ρύθμιση μέχρι σήμερα. Μέσα στο διάστημα των 30 ημερών απαιτείται και αρκεί να έχει ολοκληρωθεί η επίδοση στον Εισαγγελέα (θα δούμε αργότερα την ρύθμιση του νέου άρθρου 134 ΚΠολΔ για την επίδοση στην αλλοδαπή). 

3.- Ενιαιοποίηση προθεσμιών προτάσεων: Προτάσεις στην έδρα – προσθήκη στο 5ήμερο:

Γενικώς, σε διάφορες επιμέρους ρυθμίσεις (π.χ. στην έφεση ΚΠολΔ 524 παρ. 1, στην αναίρεση ΚΠολΔ 570 παρ. 1, στην αναψηλάφηση ΚΠολΔ 548) επαναλαμβάνεται ως μοτίβο ότι η ρύθμιση είναι ενιαίαΠροτάσεις στην έδρα και προσθήκη στο 5ήμερο. Αυτό δεν ισχύει μόνον στην περίπτωση της (νέας) τακτικής διαδικασίας, αλλά σχεδόν παντού· έχει ξεφύγει μια περιθωριακή περίπτωση (στις μικροδιαφορές), στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα.

Σημειώνεται ότι και στην εκουσία δικαιοδοσία στο νέο άρθρο 741 ΚΠολΔ γίνεται πια ρητή παραπομπή στο στις  περ. γ΄ έως στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ και έτσι και εκεί έχουμε ρητή πρόβλεψη για την προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων και προσθήκης-αντίκρουσης.

 

4.- Επαναφέρεται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ (που είχε καταργηθεί με το Ν. 4335/2015) που προβλέπει:

(α) Το σύστημα συγκεντρώσεως: Προβλέπεται και πάλι ρητά ότι μέσα επίθεσης και άμυνας με τις προτάσεις έως την συζήτηση και στην προσθήκη νέα αποδεικτικά μέσα μόνο προς αντίκρουση όσων προβλήθηκαν στις προτάσεις. Το σύστημα συγκεντρώσεως προφανώς δεν είχε εκλείψει ως δικονομική αρχή μετά το Ν. 4335/2015, αλλά είχε εκλείψει το άρθρο 269 ως ρητό θεμέλιό του.

(β) Πότε μπορούν να προβληθούν νέα μέσα επίθεσης και άμυνας μετά την κατάθεση προτάσεων: Προβλέπει με μια ρητή ρύθμιση γενικής εφαρμογής ότι μετά την κατάθεση προτάσεων (όποτε και όπως αυτή προβλέπεται σε κάθε διαδικασία) νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον όταν είναι οψιγενείς ισχυρισμοί και παραχρήμα αποδεικνυόμενοι (με έγγραφα ή δικαστική ομολογία). Στην περίπτωση αυτή οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να προταθούν μέχρι την συζήτηση (επ’ ακροατηρίω) και τότε είναι δυνατή η αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών με προσθήκη-αντίκρουση εντός 5 ημερών από την συζήτηση. Παρά το γενικό της ρύθμισης (καθώς το άρθρο 269 είναι κατά βάση γενικής εφαρμογής), η ρύθμιση έχει βασικά πρακτική εφαρμογή κυρίως στην τακτική διαδικασία, την οποία και «φωτογραφίζει» το γράμμα της διάταξης και πιθανόν στις δίκες των ενδίκων μέσων και ιδίως στην έφεση (περί αυτού θα γίνει αναφορά κατωτέρω).

(γ) Σημειώσεις:

(γα) Το νέο 269 ΚΠολΔ δεν ταυτίζεται με το παλιό 269 ΚΠολΔ. Δεν είναι της παρούσης να προβούμε σε μεγαλύτερη ανάλυση των δύο νομοθετικών κειμένων.

(γβ) Οι διατάξεις περί προβολής οψιγενών ή παραχρήμα αποδεικνυόμενων ισχυρισμών έχουν αφαιρεθεί από το άρθρο 237 ΚΠολΔ. Άρα, το νέο άρθρο 269 είναι η διάταξη που προβλέπει τους όρους άσκησής της.

 

5.- Προθεσμίες για την έκδοση αποφάσεων (νέο άρθρο 307):

Στο νέο άρθρο 307 προβλέπεται ρητά χρονικό όριο για την έκδοση δικαστικών αποφάσεων: Η γενική προθεσμία είναι 8 μήνες από την συζήτηση, ενώ η προθεσμία είναι 4 μηνών από την παραλαβή του φακέλου (από τον δικαστή) στις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας.

Καταργήθηκαν οι αρχικά προβλεπόμενες (στο νομοσχέδιο) υποχρεώσεις ενημέρωσης του Δικαστή σε περίπτωση υπέρβαση της προθεσμίας. Θεσπίστηκαν όμως με τον Ν. 5221/2025 ενισχυμένες πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων προθεσμιών.

 

6.- Συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων - το νέο άρθρο 227 ΚΠολΔ:

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 227 προστέθηκαν εδάφια στα οποία περιγράφονται οι τυπικές ελλείψεις που μπορεί να προκύψουν σε μια υπόθεση και σε περίπτωση που διαπιστώνονται γεννάται η υποχρέωση του Δικαστή να ενημερώσει τον διάδικο για να την συμπληρώσει και να αποφύγει την έκδοση είτε απορριπτικής είτε μη οριστικής απόφασης. Ρητά ως τέτοιες προβλέπονται στοιχεία που αφορούν την δικαστική πληρεξουσιότητα και την ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης, την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, την κατάθεση του γραμματίου προείσπραξης, την τήρηση της ΥΑΣ και την προσκόμιση των εκθέσεων επίδοσης. Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική, αλλά επιχειρήθηκε να καταγραφούν οι συνηθέστερες στην πράξη περιπτώσεις.

 

Επειδή η τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 227 αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή προ της ψηφίσεως, εισήχθη με τροπολογία και δη στο άρθρο 163 (και όχι μέσα στο Α΄ κεφάλαιο του Ν. 5221/2025). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η αλλαγή αυτή ισχύει ήδη από την 28.7.2025, καθώς δεν περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Α΄ του Ν. 5221/2025 η ισχύς του οποίου (μαζί με τα άρθρα 150 και 151) αρχίζει από την 1.1.2026 κατά το άρθρο 168 Ν. 5221/2025.

Η διάταξη είναι γενικής εφαρμογής και εφαρμόζεται τόσο στην τακτική, όσο και στις λοιπές διαδικασίες.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα άρθρα 67 και 105 ΚΠολΔ που προέβλεπαν ευχέρειες του Δικαστηρίου σε περίπτωση ελλείψεων αναφορικά με τα έγγραφα που αποδείκνυαν την ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης και την δικαστική πληρεξουσιότητα αντίστοιχα υποχωρούν προ της εφαρμογής του άρθρου 227 που προηγείται. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση τυπικής έλλειψης που αφορά π.χ. την πληρεξουσιότητα, προηγείται η υποχρέωση του Δικαστή να επικοινωνήσει με τους διαδίκους για την συμπλήρωσή τους κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ και αν οι διάδικοι δεν ανταποκριθούν, εφαρμόζεται το άρθρο 105 που προβλέπει την ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδώσει αναβλητική απόφαση, που διατάσσει την συμπλήρωση των ελλείψεων.

 

7.- Ευθύνη δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ:

Προβλέπεται ρητά ο περιορισμός της ευθύνης των Δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ (της νέας δικηγορικής ύλης δηλαδή) μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Το άρθρο 63 παρ. 2 Ν. 5221/2025 πρόσθεσε παρ. 1Α στο άρθρο 160 Κώδικα Δικηγόρων με την σχετική πρόβλεψη.

 

8.- Διατάξεις για τις επιδόσεις:

(α) Με τα άρθρα 14-19 και 21 Ν. 5221/2025 εισάγονται τροποποιήσεις στα άρθρα 124, 128, 131-135 ΚΠολΔ βάσει των οποίων διευκρινίζεται πότε συντελείται η επίδοση σε περίπτωση θυροκόλλησης, επίδοσης σε νοσοκομείο, σε σωφρονιστικό κατάστημα, σε εμπορικό πλοίο, σε προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής.

(β) Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που συντελείται η επίδοση σε πρόσωπο της αλλοδαπής. Στο νέο άρθρο 134Α περιγράφεται μια διαφορετική διαδικασία επίδοσης στην αλλοδαπή, που προσπαθεί να είναι πιο εναρμονισμένη με την ανάγκη πραγματικής επίδοσης του δικογράφου στον παραλήπτη που βρίσκεται στο εξωτερικό. Επιγραμματικά παραθέτουμε τα σημαντικότερα σημεία της διάταξης. Η νέα διάταξη εναρμονίζει το νόμο με κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικονομικού Δικαίου και την Σύμβαση της Χάγης και απηχεί την κρατούσα νομολογία (βλ. και ΑΠ 1182/2022).

Η βασική φιλοσοφία των νέων διατάξεων συνοψίζεται στα εξής: Όταν έχουμε προθεσμία ενέργειας κρίσιμη είναι η επίδοση στον Εισαγγελέασε όλες τις άλλες περιπτώσεις κρίσιμη είναι η πραγματική επίδοση. Αν δεν παρίσταται στην δίκη ο εναγόμενος που κατοικεί στην αλλοδαπή, το Δικαστήριο τάσσει προθεσμία να προσκομιστεί βεβαίωση της επίδοσης, και μέχρι να προσκομισθεί οφείλει να απέχει από την έκδοση απόφασης. Στην νέα ρύθμιση προβλέπεται ότι υπό κάποιες εξαιρετικές προϋποθέσεις αυτή η πραγματική επίδοση μπορεί να παραλειφθεί και το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση παρά την μη προσκόμιση της βεβαίωσης: (α) αν το δικόγραφο είχε διαβιβαστεί εγκαίρως και εγκύρως και (β) παρήλθαν 6 μήνες από την διαβίαση αυτή χωρίς η βεβαίωση να έχει «επιστρέψει».

Η διάταξη προβλέπει ρητά ότι αν γίνει νόμιμη επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου, ο εναγόμενος οφείλει να διορίσει αντίκλητο, προς τον οποίο αρκεί να γίνονται όλες οι επόμενες επιδόσεις (π.χ. για ΥΑΣ, για έντοκες βεβαιώσεις κλπ.). Για το βάρος αυτό πρέπει να ενημερώνεται ο εναγόμενος με την παραγγελία προς επίδοση. Αν ο εναγόμενος δεν διορίσει αντίκλητο, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

 

9.- «Αυτόματη» διαγραφή υπόθεσης από το πινάκιο μετά από αίτηση προτίμησης:

Με το νέο άρθρο 226 παρ. 5 εδ. γ΄ ΚΠολΔ προβλέπεται ότι με εξαίρεση τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και εκούσιας δικαιοδοσίας, αν γίνει δεκτό αίτημα προτίμησης από τον αρμόδιο δικαστή, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνοντος το δικαστήριο». Πρόκειται για διάταξη αρκετά απλοϊκή και για αυτό ενέχει κινδύνους («έχει κενό ασφαλείας»), γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη τι γίνεται αν το αρχικό δικόγραφο με την μακρινή δικάσιμο είχε επιδοθεί, αυτός που ζητά την κατά προτίμηση δικάσιμο είναι ο εναγόμενος και αυτός δεν επιδώσει ποτέ το δικόγραφο με την νέα συντομότερη δικάσιμο.

 

10.- Περιορισμοί στην παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας (ΚΠολΔ 43):

Κατά το νέο άρθρο 43 ΚΠολΔ«Επί συνδρομής της δωσιδικίας του υποκαταστήματος δεν επιτρέπεται η συνομολόγηση, ακόμη και εγγράφως, ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων της κύριας έδρας του υπαγόμενου σ’ αυτήν προσώπου, εφόσον είναι προγενέστερη της γένεσης της διαφοράς». Με άλλα λόγια, πριν γεννηθεί μια διαφορά δεν θα μπορεί κανείς να υπαγάγει την διαφορά με συμβατική ρήτρα στα δικαστήρια της κύριας έδρας του διαδίκου. Τούτο θα έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των συμβατικών ρητρών που υπάγουν τις διαφορές πριν αυτές γεννηθούν στα δικαστήρια της έδρας των συμβαλλομένων, που συνήθως ήταν τα δικαστήρια της Αθήνας.

 

11.- Αιτήσεις εξαίρεσης δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ (άρθρα 54-55 ΚΠολΔ):

Ο δικηγόρος όταν εκδίδει πράξεις κατά τον ΚΠολΔ, αρμόδιος να κρίνει αιτήσεις εξαίρεσής του είναι ο προϊστάμενος του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, μέλος του οποίου είναι ο δικηγόρος. Σε αυτόν δε ο δικηγόρος οφείλει να υποβάλει τυχόν δήλωση αυτοεξαίρεσής του.

 

12.- Ηλεκτρονικός φάκελος:

Στο άρθρο 119 ΚΠολΔ προστίθεται παράγραφος 5, στην οποία προβλέπονται λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου.

 

 

Β. («ΝΕΑ») ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε τις αλλαγές όσο πιο επιγραμματικά γίνεται, παραθέτοντας το τροποποιημένο μοντέλο της νέας τακτικής:

1.- Κατά βάση μένει το μοντέλο ως προς την κατάθεση των προτάσεων: 30 + 90/120 + 15, δηλαδή:

a.      Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής παραμένει η ίδια (30 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής), που όμως δεν παρατείνεται λόγω άγνωστης διαμονής ή κατοικίας στην αλλοδαπή του εναγομένου)

b.     Η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων παραμένει 90 ημερών από την λήξη της προθεσμίας επίδοσης (ή 120  ημερών σε περίπτωση εναγομένου άγνωστης διαμονής ή κατοικίας του στην αλλοδαπή).

c.      Η προθεσμία προσθήκης των 15 ημερών από την λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων παραμένει ίδια.

2.- ΑΛΛΑ αμέσως με το που καταθέτει κανείς την αγωγή του παίρνει άμεσα δικάσιμο (όπως σημειώθηκε ανωτέρω στο πλαίσιο του άρθρου 215 ΚΠολΔ) και δη κατά βάση πριν από την συμπλήρωση 210 ημερών από την κατάθεση (ή εντός 9-10 μηνών αν έχουμε εναγόμενο αλλοδαπής).

3.- Δεν αναστέλλεται η προθεσμία των προτάσεων λόγω διαδικασιών διαμεσολάβησης. Ειδικότερα, η μεν διαδικασία της ΥΑΣ δεν συνεπάγεται οιαδήποτε αναστολή στην προθεσμία κατάθεσης προτάσεων[2]. Για να υπάρξει επίδραση στην ροή της δίκης, απαιτείται να γίνει υπαγωγή της διαφοράς σε εκούσια διαμεσολάβηση, οπότε η υπόθεση θα αποσύρεται από τα πινάκια. Αν επιθυμεί ο ενάγων να επαναφέρει την αγωγή, επιβάλλεται να γίνεται νέα κλήση (οπότε επανεκκινείται η προθεσμία των προτάσεων των 90 ημερών). Το μόνο που αναστέλλει η ΥΑΣ και για όσο αυτή διαρκεί είναι προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου (σε μια προσπάθεια του νομοθέτη να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να μην ανασταλεί η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και στους περιορισμούς από το Κοινοτικό Δίκαιο). 

ΑΡΑ:

-          ΥΑΣ: Καμία επίδραση στην προθεσμία κατάθεσης προτάσεων (παρά μόνο στις προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου)

-          Εκούσια διαμεσολάβηση: Απόσυρση από το πινάκιο με την υποβολή του πρακτικού στο Δικαστήριο.

4.- Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο με την προσθήκη (και όχι μέχρι την συζήτηση όπως ισχύει σήμερα).

5.- Παρεπόμενα δικόγραφα (άρθρο 238 ΚΠολΔ):

Το αρχικό σχέδιο ήθελε να συντέμνονται κατά 20 ημέρες όλες οι εκεί προβλεπόμενες προθεσμίες, αλλά να αφετηριάζονται και αυτές από το πέρας της προθεσμίας προς επίδοση της κύριας αγωγής (όπως ισχύει στις προθεσμίες επί της κύριας αγωγής). Ουσιαστικά αυτό είχε ως σκοπό την θεραπεία της σημερινής κατάστασης, κατά την οποία προβλέπεται ως εναρκτήριο γεγονός των προθεσμιών την κατάθεση της αγωγής, με αποτέλεσμα πολλές φορές να συναντούμε διαφορετική λήξη της προθεσμίας (κατά 2-3 μέρες περίπου).

 Ωστόσο, το σχέδιο του νέου άρθρου 238 ΚΠολΔ διαμορφώθηκε όταν στο νέο άρθρο 215 η προθεσμία επίδοσης της αγωγής γινόταν από 30 ημερών (που ισχύει σήμερα) σε 20 ημερών. Κατά την επεξεργασία στη Βουλή, η κυβέρνηση πείστηκε η προθεσμία των 20 ημερών να παραμείνει 30 ημερών. Δεν φρόντισε όμως να προσαρμόσει τις προθεσμίες του άρθρου 238 ΚΠολΔ. Έτσι, με τη σημερινή διατύπωση η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επί ανταγωγής, παρέμβασης κλπ. είναι κατά 10 ημέρες μεγαλύτερη εκείνης που ισχύει στην κύρια αγωγή. Επιβάλλεται προφανώς η διόρθωση της προφανούς παραδρομής.  Αυτό αναμένεται να γίνει με το 2ο κύμα τροποποίησης του Ν. 5221/2025 που έχει ήδη εξαγγελθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

6.- Η «Διάταξη» του άρθρου 237 παρ. 3-4:

(α) Πρόκειται για την βασικότερη καινοτομία του νέου νόμου, καθώς με την νέα ρύθμιση εισάγεται ένα νέο εργαλείο κατά την απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης, που μέλλει να αποδειχθεί η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητά του.

(β) Συγκεκριμένα, μετά το κλείσιμο και της προσθήκης και εντός 10 ημερών από τότε η υπόθεση χρεώνεται σε δικαστή ή εισηγητή (επί Πολυμελούς). Μετά την χρέωση και εντός των επόμενων 30 ημερών ο Δικαστής (ή ο Εισηγητής επί Πολυμελούς) έχει την αρμοδιότητα να εκδώσει την «Διάταξη».

(γ) Με την Διάταξη

(γα) που θα έχει συνοπτική αιτιολογία

(γβ) θα μπορεί να διατάσσεται

 

(i) η απόρριψη της αγωγής αν αυτή είναι απαράδεκτη (δεν συμπεριλήφθηκε η περίπτωση της απόρριψης ως νόμω αβάσιμης). 

(ii) η εξέταση μαρτύρων/διαδίκων και η διενέργεια αυτοψίας/πραγματογνωμοσύνης

(iii) καθώς και η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός, η αναβολή ή αναστολή της δίκης κατά τα άρθρα 246-250 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, στη νέα συζήτηση τα μέρη θα καταθέτουν προτάσεις, αλλά όχι νέους ισχυρισμούς εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς οψιγενείς ή «παραχρήμα» αποδεικνυόμενους (με έγγραφα ή δικαστική ομολογία). 

(iv) Με την διάταξη αυτή, θα μπορεί πέραν της συμπλήρωσης τυπικών ελλείψεων να ζητείται και η συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας με προσθήκη μέχρι την συζήτηση. Η συμπλήρωση θα μπορεί να γίνει μέχρι 10 μέρες προ της συζήτησης, η δε αντίκρουση εντός 5 εργασίμων ημερών από την συζήτηση της αγωγής.

(δ) Η Διάταξη που θα απορρίπτει την αγωγή δεν θα είναι δεκτική προσβολής με ένδικα μέσα. Αν ο διάδικος θέλει να δικάσει – χωρίς να συμμορφωθεί με την Διάταξη – θα μπορεί να επιμείνει στην συζήτηση με αίτημα που μπορεί να υποβληθεί εντός 5 ημερών από την έκδοση της διάταξης. Το αίτημα για έκδοση απόφασης συνοδεύεται από παράβολο 200,00€, το οποίο θα επιστρέφεται αν το Δικαστήριο τελικά αποκλίνει από το περιεχόμενο της Διάταξης. Το «penalty» που προβλεπόταν στο Ν/Σ για καταδίκη σε διπλάσια δικαστικά έξοδα απαλείφθηκε στο τελικό κείμενο του νόμου.

(ε) Διευκρινίζεται ότι ο Δικαστής που θα εκδίδει την Διάταξη θα είναι ο ίδιος που θα δικάσει την υπόθεση

 

(στ) ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ:

(i) Στην περίπτωση της αναστολής κατ’ άρθρο 249-250 προβλέπεται η κατάθεση προτάσεων μετά        την έκδοση της έτερης απόφασης (χάριν της οποίας χορηγείται η αναστολή). Το νέο άρθρο 237 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο προβλέπει εμμέσως επαναληπτική συζήτηση, αλλά δεν προβλέπεται με ποιον        τρόπο αυτή θα ορίζεται. Η μάλλον ορθότερη λύση είναι με την κατάθεση κλήσης, ως προς την             οποία όμως είναι ζήτημα αν θα εφαρμόζεται η προθεσμία των 90 ημερών της παρ. 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ.

(ii) Όσα αποτελούν περιεχόμενο της Διάταξης μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης; Κατά το τελικό κείμενο του νόμου φαίνεται ότι ο νόμος δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Μάλιστα, προβλέπεται στην παρ. 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις (ήτοι σε περίπτωση που δεν είχε εκδοθεί Διάταξη ή είχε αναβληθεί η συζήτηση κατά τα άρθρα 249-250 ΚΠολΔ) μπορεί να εκδοθεί (από το Δικαστήριο πια μετά την συζήτηση) Διάταξη με περιεχόμενο (α) την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή (β) αυτοψία ή (γ) πραγματογνωμοσύνη.

(iii) Η συζήτηση είναι πάντα «τυπική»; Το αν η συζήτηση στην τακτική διαδικασία είναι τυπική ή όχι, εξαρτάται από την έκδοση ή μη Διάταξης κατά την παρ. 3 του άρθρου 237. Έτσι, διακρίνουμε:

(α) Δεν τίθεται αμφιβολία ότι τυπική είναι η συζήτηση, αν δεν εκδοθεί Διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, ρητά προβλέπεται η δυνατότητα η συζήτηση, να μην γίνει στο ακροατήριο, αλλά σε γραφείο του Δικαστή ή του Προέδρου του Πολυμελούς.

(β) Αν εκδοθεί Διάταξη, στο άρθρο 237 παρ. 6 ορίζεται ότι η συζήτηση δεν είναι τυπική. Στην περίπτωση αυτή είναι αναγκαίο να παριστάμεθα με φυσικό τρόπο κατά την συζήτηση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

(α) Κατ’ αρχάς ο νόμος δεν διακρίνει και ορίζει ότι μόνο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί Διάταξη η συζήτηση είναι τυπική και (συνεπώς) δεν απαιτείται η παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων στο ακροατήριο. Ωστόσο, εκτιμάται ότι μόνον σε περίπτωση που με την Διάταξη διατάσσεται η εξέταση μαρτύρων ή κατάθεση των διαδίκων η συζήτηση δεν είναι τυπική και δεν είναι αναγκαία η παράσταση των διαδίκων. Σε περίπτωση που εκδοθεί Διάταξη με περιεχόμενο άλλο από αυτό της εξέτασης διαδίκων ή μαρτύρων, δεν φαίνεται λογικό να απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων στο ακροατήριο. Ωστόσο, αν δεν αλλάξει κάτι στο γράμμα της ρύθμισης, δεν είναι ασφαλές – ιδίως κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου – να μην παρίσταται κανείς αυτοπροσώπως σε υποθέσεις που έχει εκδοθεί Διάταξη της παρ. 3 ΚΠολΔ 237, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της Διάταξης. Η πραγματική εφαρμογή των νέων διατάξεων θα καταδείξει την ερμηνεία που θα επικρατήσει στη Νομολογία.

(β) Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχική βούληση του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση Διάταξης σε όλες τις υποθέσεις (όχι μόνο στην τακτική). Έτσι, όπως είχε τεθεί στο η νέα ρύθμιση κατέληγε σε καθιέρωση μιας οριζόντιας σε όλες τις υποθέσεις υποχρέωσης – δικονομικού βάρους προκατάθεσης προτάσεων (έστω μερικών) προ 20ημέρου. Το αρχικό όμως άρθρο 227 αποσύρθηκε κατά το στάδιο της επεξεργασία του Νομοσχεδίου στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.

 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΕφΑθ (Τριμ.-Τμ.2ο) 461/25: ΔΗΜΟΣ – ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΑΜΙΑ – ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΠΟΣΩΝ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ. ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ – ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

 


ΔΗΜΟΣ – ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΑΜΙΑ – ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΠΟΣΩΝ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ. ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ – ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. ΔΕΚΤΗ Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΣΤΗ ΖΗΜΙΑ ΤΟΥ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 50% – ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΜΕΛΟΥΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΑΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΑ [ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ/ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ] ΚΑΙ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΤΗΡΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΑΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ. ΔΕΚΤΗ ΕΝ ΜΕΡΕΙ Η ΑΓΩΓΗ. ΔΕΚΤΗ Η ΕΦΕΣΗ. 


ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 2° ΔΗΜΟΣΙΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αγγελική Καμπανάρη, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, Αντώνιο Σβύνο, Εφέτη-Εισηγητή και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

..................

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΑΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΟ

 

(...) Με την ένδικη από 11.5.2021 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία «Δήμος ...» εξέθεσε ότι κατόπιν διενέργειας αρχικά ταμειακού και εν συνεχεία διαχειριστικού-οικονομικού ελέγχου, που πραγματοποιήθηκε για τα έτη 2008 και 2009 στον τότε Δήμο ..., ο οποίος στη συνέχεια συγχωνεύθηκε στον ενάγοντα Ο.Τ.Α., διαπιστώθηκε ταμειακό έλλειμμα , ύψους 822.132,24 ευρώ, εκ των οποίων, ποσό 202.546,21 ευρώ για το έτος 2008 και ποσό 619.586,13 ευρώ για το έτος 2009. Ότι το έλλειμμα αυτό προήλθε, κατά το πλείστον, από υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση χρηματικών ποσών από τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο προαναφερόμενος Δήμος στην εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...της Ελλάδος α.ε.» (...Α.Ε.) και από το φυσικό ταμείο του, τελεσθείσα από τον ήδη αποβιώσαντα υπάλληλο (ταμία) του Δήμου, ... ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.2008 έως 18.11.2009, όταν και απομακρύνθηκε από τη θέση αυτή με απόφαση του Δημάρχου. Ότι συγκεκριμένα ο ως άνω πρώην δημοτικός ταμίας, κατά τις εκτιθέμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, μέσω των επίσης εκτιθέμενων διαδοχικών αναλήψεων από τον με αριθμό ... καταθετικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο Δήμος ... στην εναγόμενη (υποκατάστημα Ν....), ανέλαβε και υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των 819.970 ευρώ. Ότι στα ειδικότερα παρατιθέμενα εντάλματα πληρωμής/αναλήψεων των επιμέρους υπεξαιρεθέντων ποσών, που εκδόθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης ...Α.Ε αναγραφόταν ότι η ανάληψη διενεργείτο από τον Δήμο ..., όπως εκπροσωπείτο από τον (φερόμενο ως) εξουσιοδοτημένο προς τούτο ... ..., άπαντα δε τα ανωτέρω εντάλματα έφεραν την έγκριση του αρμοδίου υπαλλήλου της εναγομένης, ο οποίος κατά περίπτωση είτε απλά υπέγραφε είτε έθετε ταυτοχρόνως με την υπογραφή του και σφραγιδάκι με τη φράση «ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ». Ότι, όμως, στο πλαίσιο σχετικής πάγιας τακτικής του ανωτέρω Δήμου, η οποία εξυπηρετούσε λόγους διαφάνειας και νομιμότητας, η εκταμίευση οποιουδήποτε ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του απαιτούσε την από κοινού υπογραφή των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής από δύο πρόσωπα σε διαζευκτικά ζεύγη, ήτοι απαιτείτο η υπογραφή του ταμία του Δήμου από κοινού με την υπογραφή είτε του Δημάρχου είτε του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου, ο σχετικός δε όρος είχε διατυπωθεί κατά σε σχετικές επικαλούμενες αποφάσεις του Δημάρχου περί διορισμού και αναλυτικών καθηκόντων του ταμία και είχε κοινοποιηθεί σε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα, στα οποία ο Δήμος διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς και στα οποία περιλαμβανόταν και η εναγόμενη. Ότι γι αυτό τον λόγο και αναφορικά με τη συναφή δυνατότητα εκταμίευσης υπό τον ανωτέρω όρο (συνυπογραφής) από μέρους του προαναφερόμενου ταμία του ενάγοντος, ποσών (και) από τον ανωτέρω τηρούμενο στην εναγόμενη καταθετικό λογαριασμό του εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην τελευταία οι με αριθμούς .../2007 και .../2009 αποφάσεις του Δημάρχου ..., που ίσχυσαν καθ όλο το χρονικό διάστημα, που ο ... ... κατείχε την υπαλληλική ιδιότητα του ταμία του ομώνυμου Δήμου. Ότι, σ'αυτό πλαίσιο, προκειμένου ο τελευταίος ως δημοτικός ταμίας να δύναται να προβαίνει νομίμως σε αναλήψεις χρημάτων από τον ανωτέρω καταθετικό λογαριασμό, που τηρούσε ο Δήμος ... στην εναγόμενη, όφειλε να επιμελείται ώστε τα αντιστοίχως εκδιδόμενα εντάλματα πληρωμής/αναλήψεως χρημάτων από τον υπόψη καταθετικό λογαριασμό να φέρουν την από κοινού υπογραφή του ίδιου και του Δημάρχου ή του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του ανωτέρω Δήμου, η δε εναγόμενη από την πλευρά της όφειλε δια του Διευθυντή και των υπαλλήλων της, που υπηρετούσαν στο Υποκατάστημα της Ν. ..., να εκταμιεύει και να παραδίδει την κατοχή των χρημάτων σε αυτόν (τον ταμία), μόνον εφόσον το εκάστοτε ένταλμα έφερε τις δύο κατά τα άνω υπογραφές, αφού προηγουμένως είχε προβεί, όπως είχε σχετική συμβατική υποχρέωση στο πλαίσιο και των προαναφερόμενων αποφάσεων του Δημάρχου περί διορισμού και καθηκόντων του ταμία του ενάγοντος, στον επιμελή έλεγχο των στοιχείων νομιμοποίησης του ανωτέρω ταμία ως εκπροσώπου του τέως Δήμου .... Ότι παρά ταύτα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης τράπεζας επέδειξαν βαριά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, συνιστάμενη στην εξακολουθητική και επί μακρό χρονικό διάστημα (από 30.1.2008 έως 31.12.2008 και από 1.1.2009 έως 18.11.2009) παράλειψη από μέρους τους, να ελέγχουν σε κάθε μερικότερη ανάληψη των επιμέρους υπεξαιρεθέντων ποσών που πραγματοποιούσε ο προαναφερόμενος ταμίας του ενάγοντος Δήμου, τη νομιμότητα των εντολών πληρωμής και την νομιμοποίηση του τελευταίου να ενεργεί με μόνη την δική του υπογραφή, αναλήψεις από τον προκείμενο λογαριασμό για λογαριασμό του Δήμου ..., προφυλάσσοντας με τον επίμαχο αυτόν έλεγχο τα συμφέροντα του τελευταίου ως αντισυμβαλλομένου της εναγομένης, όπως όφειλαν και μπορούσαν. Ότι περαιτέρω ο προαναφερόμενος και ήδη αποβιώσας ταμίας του ενάγοντος προκειμένου να καταφέρνει να αποκρύπτει για όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα τις κατ'εξακολούθηση υπεξαιρέσεις του, μετερχόταν διάφορες μεθόδους και πρακτικές, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο επικαλούμενο με αριθ.πρωτ. …. πόρισμα της Οικονομικής Επιθεώρησης ... του Υπουργείου Οικονομικών, ώστε στη μηνιαία κατάσταση εσόδων-εξόδων, που (αυτός) υπέβαλε στον Δήμαρχο και την Δημαρχιακή Επιτροπή να μην γίνονται αντιληπτές οι παράνομες αναλήψεις, τις οποίες πραγματοποιούσε. Ότι η εναγόμενη με την παραπάνω συμπεριφορά των υπαλλήλων της, ενεργώντας κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης κατάθεσης χρημάτων (ανώμαλης παρακαταθήκης) και των όρων που αποτυπώνονταν στις με αριθμούς .../2007 και .../2009 κοινοποιηθείσες σε αυτή (εναγόμενη) αποφάσεις Δημάρχου περί διορισμού και αναλυτικών καθηκόντων του ως άνω ταμία, προκάλεσε στον ενάγοντα Ο.Τ.Α. περιουσιακή ζημία κατά το προαναφερθέν ποσό, το οποίο (ποσό) αρνείται να του το αποδώσει. Ότι πριν από την άσκηση της προκείμενης αγωγής, είχε (ο ενάγων) ασκήσει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ .../.../2010 όμοια αγωγή της, η οποία, όμως, με τη με αριθμό 22960/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως αόριστη και δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ'αυτής. Ζήτησε δε με βάση το ανωτέρω ιστορικό, το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης εκ της συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρα 827 και 830 ΑΚ) και στην παραβίαση των παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεων ασφάλειας και πρόνοιας στις σχέσεις των εν θέματι συμβαλλομένων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 819.970 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η αντίδικός του στη δικαστική του δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία η υπ'αριθ. 3089/2023 εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το αμέσως προαναφερόμενο ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και την καταδίκασε στην πληρωμή, επίσης, του συνόλου των δικαστικών του εξόδων, ύψους 9.800 ευρώ. Την εν λόγω απόφαση αιτιάται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με τους λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι στο σύνολό τους εκτιμώμενοι, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητεί δε η εκκαλούσα την αποδοχή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έτσι ώστε, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί στη συνέχεια και εκδικασθεί εξαρχής η υπόθεση και ν' απορριφθεί καθ’ολοκληρίαν η σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή. Απορριπτέα, όμως ως απαράδεκτη, τυγχάνει η υποβαλλόμενη με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων επιμέρους αίτηση της εκκαλούσας και ασκούσας τους πρόσθετους λόγους, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν συμμορφωθεί εκουσίως η τελευταία με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Και τούτο, διότι ναι μεν η υπό κρίση αίτηση, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 914 ΚΠολΔ, παραδεκτά υποβλήθηκε με το δικόγραφο των υπό κρίση πρόσθετων λόγων, η δε επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονται πριν εκτελεστεί η εκκαλούμενη απόφαση διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση, πλην όμως παραδεκτή είναι η εν λόγω αίτηση εφόσον η εκτέλεση- εκούσια συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 2001.379, ΑΠ 1175/2017, ΕφΑθ 693/2024 τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 365/2024, τνπ ΝΟΜΟΣ), όρος, ωστόσο που δεν συντρέχει στην υπό κρίση αίτηση, καθόσον η εκκαλούμενη καταψηφιστική απόφαση δεν κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Η επικαλούμενη, δηλαδή, στην ίδια αίτηση εκούσια εξόφληση από μέρους της εκκαλούσας-εναγομένης του πρωτοδίκως επιδικασθέντος στον ενάγοντα ποσό πλέον τόκων υπερημερίας και επιδικίας, δυνάμει του επικαλούμενου από 11.4.2024 σχετικού συμφωνητικού-απόδειξης είσπραξης (με ρητή δέσμευση επιστροφής του από τον ενάγοντα νυν εφεσίβλητο σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης και των πρόσθετων λόγων), διαλαμβάνεται μεν ως εκούσια εκτέλεση, η οποία όμως δεν είναι απότοκη, απαίτησης εξοπλισθείσας με προσωρινή εκτελεστότητα (ΕφΑθ 365/2024, ΕφΑθ 693/2024 ό.π.).