Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΜΠρΑθ 1019/2025: "Υπολογισμός του νομίμου ορίου δικηγορικής αμοιβής σε επιταγή προς πληρωμή εκτελεστού τίτλου δικαστικής απόφασης, που δεν έχει επιδικασθεί δικαστική δαπάνη, λόγω του δυσερμηνεύτου των νομικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν "

 



Στο ν. 4194/2013 του Κώδικα Δικηγόρων,  η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αναλωθέντα χρόνο, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις και γενικά καταβληθείσες ή εξώδικες ενέργειες. Η αμοιβή αυτή δεν απαιτείται να έχει προκαταβληθεί στον συντάξαντα την επιταγή δικηγόρο από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση εντολέα, αφού η εν λόγω αμοιβή αφαιρείται από το πλειστηρίασα ως έξοδο εκτέλεσης. Η αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη της επιταγής επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτελέσεως, ενώ η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί τίτλο εκτελεστό για το ελάχιστο νόμιμο όριο αμοιβής για την σύνταξή της  - εν προκειμένω για το όριο του άρθρου 72 παρ. 1 ΚωδΔικ - χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η προκαταβολή αυτής από τον επισπεύδονται προς τον υπογράφοντα την επιταγή δικηγόρο. Τα έξοδα και δικαιώματα σύνταξης και κοινοποίησης επιταγής προς εκτέλεση - εν προκειμένω η αμοιβή για την σύνταξη της ένδικης επιταγής- αποτελούν έξοδα εκτέλεσης και προαφαιρούνται σε κάθε περίπτωση, από το πλειστηρίασμα. Στο άρθρο 72 του άνω Κώδικα Δικηγόρων ορίζεται ότι «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1019/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Στέλλα Δραγατσίκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Μαλινδρέτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 18 Μαρτίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των ανακοπτουσών: 1.... 2. ..., κάτοικοι Αθηνών, στην οδό . αρ. ., οι οποίες παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ξ Μ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.

Των καθ'ων η ανακοπή: 1. ..., ιατρού κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. . Μετς και 2. ..., κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου ΒΓ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες με την από 22-07-2020 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 31-08-2020 με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ./2020, προσδιορίσθηκε δε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνησή της από τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτουσες, ζητούν να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σ’ αυτήν η από 10.06.2020 επιταγή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 534/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία τους επιδόθηκε την 11.06.2020 και να καταδικασθούν οι καθ’ ων η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα παραδεκτώς ασκείται ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία βάλλει κατά της επιταγής, υπάγεται δε στο παρόν καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρα 9, 10, 14 παρ. 2, 22, 584, 585, 933 και επομ. ΚΠολΔ) και εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών 591 επ. ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 (άρθρα 583, 584, 585, 632, 933 παρ. 1 και 3 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 933 και 937 αντί καταστάθηκαν από το άρθρο τέταρτο και άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015 και η παρ. 3 του άρθρου 933 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 207 παρ, 2 του ν. 4512/2018 και πριν την τροποποίησή του άρθρου 933 δια του άρθρου 57 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 933 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 6α του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ. β αυτού, για όσες ανακοπές ασκηθούν από την 01.01.2022 και έπειτα, και όπως το άρθρο 937 ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 59 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 937 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ.6β του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ.β αυτού, για όσες αποφάσεις εκδοθούν από την 01.01.2022 και έπειτα) και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της κατάθεσης της ανακοπής στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού μετά την 01.01.2016, (ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του άρθρου πρώτου του ν.4335/2015) και προ της 01-01-2022, ενώ η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Η κατ’ άρθρο 933 ανακοπή, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, εισάγεται ενώπιον του καθ’ ύλη αρμοδίου παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο (Δικαστήριο) είναι και κατά τόπο αρμόδιο ως το κατ’ άρθρο 933 παρ.3, 25 και 584 ΚΠολΔ δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας των ανακοπτόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο άσκησής της, η καθ’ ης η ανακοπή είχε προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση κινητών ή ακινήτων και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 937 και 176 ΚΠολΔ. Επίσης, η επίδικη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου όγδοου παρ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή ως προς το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), η οποία εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση μετά τις 27.9.2013 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δικηγορικού Κώδικα), «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ) . Ο τρόπος καθορισμού της δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με τον ν. 4194/2013 που εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει μεταβληθεί σε σχέση με τον παλαιότερα ισχύοντα Δικηγορικό Κώδικα (άρθρο 127 ν. 3026/1954) κατά τον οποίο, η ελάχιστη οφειλόμενη αμοιβή «κανονιζόταν» σε (μεταλλικές) δραχμές ανάλογα με το δικαστήριο που είχε εκδώσει τον εκτελεστό τίτλο και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ύψος του ποσού της οφειλής που αφορούσε τον εκτελεστό τίτλο. Αντίθετα, με το ν. 4194/2013, δεν καθορίζεται περιθώριο μεταξύ ελάχιστης και ανώτατης αμοιβής την οποία δεν μπορεί να υπερβεί ο δικηγόρος του επισπεύδοντος, αλλά ορίζεται αποκλειστικά ως ταυτόσημη με το ποσό της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Επίσης στο ν. 4194/2013, η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις, κλπ. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 Κδικ εμφαίνεται ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να λειτουργήσει η διάταξη αυτή ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, καθόσον η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, αφού ο ηττηθείς - καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το περιεχόμενο της απόφασης που συνιστά τον εκτελεστό τίτλο και να αποφύγει κάθε περαιτέρω επιβάρυνση από την επίσπευση της εναντίον του εκτέλεσης. Από τη σαφή εξάλλου διατύπωση του εν λόγω άρθρου (72 ν. 4194/2013) αντλείται το επιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτόν ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν από το προαναφερθέν άρθρο 127 του ν. 3026/1954, όπου για τη σχετική αμοιβή προβλεπόταν ελάχιστο και ανώτατο όριο, όπως προεκτέθηκε, και είχε σαν αποτέλεσμα τον καθορισμό από τα δικαστήρια με βάση της επιστημονική εργασία, το χρόνο που καταναλώθηκε, κλπ. Συνεπώς η σύνδεση του ύψους της αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή με τα ανωτέρω κριτήρια δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε καμία διάταξη νόμου. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν διαφοροποιείται ούτε με βάση το άρθρο 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο «οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Αντίθετα σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει τη νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του η του αντιπροσώπου του», καθόσον η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά την αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, για την οποία προβλέπει ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 72 του ίδιου νόμου. Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 59 περί συμφωνίας και λήψης αμοιβής με χρονοχρέωση. Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 72 το συμπέρασμα ότι με αυτήν εννοείται ότι η αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή έχει ήδη συμπεριληφθεί στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη (δεν πρόκειται δηλαδή περί «διπλής πληρωμής» του ιδίου κονδυλίου) διότι αφενός η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει όσα ορίζονται στα άρθρα 176 επ. ΚΠολΔ και αφορά τις (μέχρι τη στιγμή της συζήτησης και έκδοσης απόφασης πραγματοποιηθείσες ενέργειες (τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου), ενώ η αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση αφορά αμοιβή μεταγενέστερης δικηγορικής ενέργειας. Αφετέρου, δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να καθορίζει αμοιβή για δικηγορικές ενέργειες που έπονται της έκδοσης της απόφασης, μετά την οποία απεκδύεται της σχετικής εξουσίας, από μόνο το εικαζόμενο ενδεχόμενο της διενέργειάς τους, καθώς τυχόν μεταγενέστερες ενέργειες μόνο ενδεχόμενο είναι να λάβουν χώρα και το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 106 και 108 ΚΠολΔ, δεν μπορεί εκ των προτέρων ούτε να τις περιορίσει αλλά ούτε και να τις διατάξει ή να τις καθορίσει. Επιπλέον, εάν ήθελε υποτεθεί ότι η αμοιβή για την επιταγή συμπεριλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη, αυτό θα σήμαινε ότι η αμοιβή αυτή θα επιβάρυνε τελικώς τον δανειστή, η αλλιώς, τον ίδιο τον συντάξαντα δικηγόρο. Ούτε βεβαίως μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφόσον συνταχθεί επιταγή προς εκτέλεση δεν εισπράττεται πλέον δικαστική δαπάνη αλλά μόνο η ισόποση αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ευθέως παραβίαση του διατακτικού της εκτελουμένης αποφάσεως αλλά και ζημία του επισπεύδοντος που δεν θα εισέπραττε τα καταβληθέντα δικαστικά έξοδα. Τέλος, σημειώνεται ότι η δυνατότητα αύξησης της αμοιβής ή μείωσης αυτής (άρθρα 98 παρ. 1 και 102 αντίστοιχα) προβλέπεται μεν στο ν. 4194/2013, αλλά η μείωση της αμοιβής συγχωρείται μόνο στην περίπτωση διογκωμένου αιτήματος της αγωγής. Είναι προφανές, επομένως ότι η ρύθμιση του άρθρου 72 ΚΔικ υπηρετεί τον εύλογο νομοθετικό σκοπό της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου αυτού και επιπρόσθετα τελεί σε εύλογη αναλογία προς αυτή, από τη στιγμή που ο διάδικος που ηττήθηκε, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το ποσό που επιδικάστηκε σε βάρος του, αποφεύγοντας την επιβάρυνση. (ΑΠ 1989/2022 αδημ., Εφ ΑΘ 4441/2022, Εφ ΑΘ 3499/2021, Μ Εφ Θεσ 20/2020 ΕλΔνη 2020. 790) . Εξάλλου κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα. Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθού η εκτέλεση, αφού με αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ. Εξάλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 2210/2014, ΑΠ 300/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠ Ποιν. 973/2025 : "Βιντεοληπτικό υλικό, με διαπληκτισμό ανηλίκων στο Facebook - δεν διευκρινιζόταν εάν το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό ήταν ενταγμένο σε διαρθρωμένο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αποτελούσε μεμονωμένο αποθηκευμένο δεδομένο"

 



Αριθμός 973/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(...) Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (17-10-2017), "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019, που ήδη ισχύει, κατ' άρθρο 87 αυτού, από 29-8-2019, ορίζεται ότι: "1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Το προστατευόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του προϊσχύσαντος ν. 2472/1997 (αλλά και του ήδη ισχύοντος άρθρου 38 του ν. 4624/2019) έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση (ή αυτοκαθορισμό), ως ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή [ιδιωτική σφαίρα (ΣτΕ 3212/2003, ΣτΕ 3545/2002)], το οποίο δεν είναι πρωτίστως οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', β', γ', δ', ε' και ι' του ν. 2472/1997, το οποίο, ως προς τους ορισμούς του, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την κατάργηση του νόμου αυτού από τον ως άνω ν. 4624/2019 (άρθρο 84), για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή). γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύμφωνα με τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.... ι) "Αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, στο άρθρο 44 παρ. 1 στοιχ. α', β', στ' και θ' του ν. 4624/2019 ορίζεται ότι: "1. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα": κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο ("υποκείμενο των δεδομένων"), το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, β) "επεξεργασία": κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή* (...), στ) "σύστημα αρχειοθέτησης" κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση (...), θ) "αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. (...)". Από τη συγκριτική επισκόπηση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 προς εκείνες του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, με σαφήνεια συνάγεται ότι με την εφαρμογή του νέου νόμου, ο οποίος είναι μεν ευμενέστερος ως προς την απειλούμενη ποινή και κατά τούτο εφαρμοστέος στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει μεταβληθεί η νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δεν αφίσταται εκείνης του προϊσχύσαντος νόμου. 

Και τούτο, διότι, υπό αμφότερες τις ως άνω διατάξεις, για την αντικειμενική θεμελίωση του αδικήματος απαιτείται: α) η ύπαρξη δεδομένων, που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", υπό την έννοια του προμνημονευθέντος άρθρου 2 περ. ε' του ν. 2472/1997 ή σε "σύστημα αρχειοθέτησης", υπό την έννοια του άρθρου 44 του ν. 4624/2019, ήτοι διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις προαναφερθείσες διατάξεις, δ) η επέμβαση τρίτου χωρίς δικαίωμα στο συγκεκριμένο αρχείο, με οποιονδήποτε τρόπο και η περιέλευση σε γνώση του των δεδομένων του αρχείου. 

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

ΜΠρΑθηνών 805/2026 : "Μη ζητηθείσες τηλεφωνικές κλήσεις - Προσωπικά δεδομένα"

 


Τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για διαφημιστικούς σκοπούς. Αποζημίωση ποσού 4.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα ήτοι από το 2022. Παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Προσωρινά εκτελεστή η απόφαση.


Αριθμός απόφασης 805/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ΠΡΩΗΝ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ)

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


(...) Οι ενάγοντες με την από ……….2022 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, µε την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, µε αύξοντα αριθμό ...2022, ζητούν όσα αναφέρονται σ' αυτήν, προσδιορίστηκε δε να συζητηθεί την …….2023 και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ΄αριθµ. …../2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε τη συζήτηση της αγωγής κατά την τακτική διαδικασία. Στη συνέχεια οι ενάγοντες με την από …….2023 κλήση τους, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στα βιβλία του, με αύξοντα αριθμό …………………..2023, ζητούν όσα αναφέρονται σ΄ αυτήν. Δικάσιμος ορίστηκε η ημερομηνία που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Με τις προτάσεις τους οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα περιέχονται σε αυτές.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(...) Με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο πρώτος είναι συνδρομητής µε την …….. και έχει τον αριθμό ……. κινητού τηλεφώνου και ο δεύτερος εξ αυτών είναι συμβεβλημένος με την …., έχοντας το νούμερο …………. σταθερού τηλεφώνου. Ότι η εναγόμενη τους ενόχλησε διά των προστηθέντων της, για να διαφημίσει τις υπηρεσίες της, όσον αφορά τα άνω τηλέφωνα τους, όπως αναλυτικά αναφέρουν, παρότι οι άνω αριθµοί των τηλεφώνων τους, έχουν καταχωρηθεί στον ειδικό κατάλογο (µητρώο opt  aut) συνδρομητών του παρόχου των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και είναι συνεχώς καταχωρημένα στη λίστα των αριθµών που απαγορεύεται να δέχονται μη ζητηθείσες κλήσεις. Ότι λόγω της ψυχικής αναστάτωσης καθώς και της απώλειας του εργασιακού και προσωπικού χρόνους τους, που προκάλεσε η εναγόμενη διά των προστηθέντων της, προσβλήθηκε η προσωπικότητα τους και υπέστησαν ηθική βλάβη. Καταλήγοντας ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόµενη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 15.000,00 ευρώ, άλλως σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3471/2006, το ποσό των 10.000,00 ευρώ, στον καθένα τους, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 14 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914 επ., 932, 341 επ., 346 ΑΚ, 14 του v.3471/2006 και 13 του ν.2472|1997, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήµου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. τα με κωδικούς …………………………… και …………………… ηλεκτρονικά παράβολα), πρέπει η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω και κατά την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την εκτίμηση όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, λαμβανομένων υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (σύμφωνα με το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος ενάγων είναι δικηγόρος και ο δεύτερος εξ αυτών ……….. και διατηρούν την κατοικία και την επαγγελματική τους έδρα στ… ….., οδός ………., αρ. …., όπου συγκατοικούν, δυνάμει συμφώνου συμβίωσης.  Ο πρώτος εξ αυτών ήταν συνδρομητής με την …………, έχοντας τον αριθμό ……….. κινητού τηλεφώνου (προηγουμένως με την ……….. και πλέον ……….) και ο δεύτερος εξ αυτών είναι συμβεβλημένος με τον ………., έχοντας το νούμερο ………….. σταθερού τηλεφώνου (και προηγουμένως με την ……….. και πρωτύτερα με την ……….). H εναγόμενη τους ενόχλησε διά των προστηθέντων της, για να διαφημίσει τις υπηρεσίες της, όσον αφορά το άνω σταθερό τηλέφωνο τις παρακάτω ημερομηνίες και ώρες: στις 12.11.2016 και ώρα 10:23, 12.11.2016 και ώρα 13:30, 14.11.2016 και ώρα 11:31, 26.11.2016 και ώρα 13:25, 28.11.2016, 7.12.2016, 8.12.2016 και ώρα 11:09, 9.12.2016 και ώρα 20:01, 11.12.2016 και ώρα 16:30, 4.1.2017 και ώρα 11:37, 16.3.2017 και ώρα 17:00, 20.4.2018 και ώρα 12:00, 20.4.2018 και ώρα 18:14. Όσον αφορά το άνω κινητό τηλέφωνο, οι κλήσεις των προστηθέντων της εναγομένης έγιναν στις 3.10.2022 και ώρα 13:08 και 5.10.2022 και Ώρα 10:02. Οι άνω αριθμοί των τηλεφώνων των εναγόντων έχουν καταχωρηθεί στον ειδικό κατάλογο (μητρώο opt  aut) συνδρομητών του παρόχου των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και είναι συνεχώς καταχωρημένα στη λίστα των αριθμών, που απαγορεύεται να δέχονται μη ζητηθείσες κλήσεις. Από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης προσβλήθηκε η προσωπικότητα των εναγόντων κατ’ επανάληψη, οι οποίοι υπέστησαν ηθική βλάβη, που συνίσταται στην ανησυχία και την ψυχική ταλαιπωρία τους, από μη ζητηθείσα τηλεφωνική επικοινωνία, με σκοπό την εμπορική προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών της εναγομένης. Επίσης έλαβε χώρα παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων - τηλεφωνικών αριθµών τους - διά των συνεχόμενων κλήσεων από τους προστηθέντες της εναγομένης, στους άνω αριθμούς τηλεφώνων, παρά την εγγραφή των εναγόντων στο ειδικό μητρώο εναντίωσης opt  out και τις ρητές προφορικές και έγγραφες αντιρρήσεις τους. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ελάχιστα όρια που τίθενται στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3471/2006 δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, λόγω της αντισυνταγματικότητας της οικείας διάταξης και με βάση τις συνθήκες που έλαβε χώρα η ένδικη προσβολή, η ψυχική ταλαιπωρία των εναγόντων, ο βαθμός υπαιτιότητας της εναγοµένης, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 2.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο. Με τα δεδομένα αυτά και απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης, πρέπει η αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία και να υποχρεωθεί η εναγόµενη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 2.ΟΟΟ,00 ευρώ, νοµιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ώστε να αποφευχθεί ζημία των εναγόντων από την επιβράδυνση της εκτέλεσης της απόφασης. Η εναγόμενη πρέπει να υποχρεωθεί στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, λόγω της μερικής ήττας της, κατά τα οριζόµενα ειδικότερα στο διατακτικό (178, 191 Κ.Πολ.Δ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων (2.ΟΟΟ,ΟΟ) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή, ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική διάταξη της.

Καταδικάζει την εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, το οποίο καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 22-1-2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Υπογραφή

EΛΙΣABET KAPAΜΠΙNH

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 Υπογραφή

BAPBAPA KAZA