Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)
1. Μπορεί
το ΔΕΕ να απαγορεύσει την παραγραφή ποινικής υπόθεσης? (υπόθεση Taricco)
Στην υπόθεση Taricco το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής
Ένωσης αποφάνθηκε ότι τα εθνικά ποινικά
δικαστήρια ενός κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ιταλίας) υποχρεούνται να μην
εφαρμόζουν τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί παραγραφής, όταν αυτές δεν
επιτρέπουν την αποτελεσματική καταστολή εγκληματικών πράξεων στρεφομένων κατά
των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 325
παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ και συγκεκριμένα την
επιβολή ποινής με αμετάκλητη απόφαση για
έγκλημα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του. Tούτο δε
διότι στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του εθνικού δικαίου για την παραγραφή
υποχωρούν καθόσον το δίκαιο της ΕΕ υπερέχει «αυτομάτως» έναντι του εθνικού και
καθιστά αυτοδικαίως μη εφαρμοστέα κάθε αντίθετη διάταξη εθνικού δικαίου.
Εισικότερα, επειδή το ΔΕΕ προέβλεψε ότι η αμετάκλητη καταδίκη ήταν πρακτικά
αδύνατη εντός του χρόνου παραγραφής, παρήγγειλε το ιταλικό δικαστήριο να μην
εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί παραγραφής στην συγκεκριμένη περίπτωση
βάσει του άρθρ. 325 ΣΛΕΕ.
2. Μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη στην
Ελλάδα για πράξη για την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη στη Γερμανία με επιβολή
όρων; («ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ» Ι)
Κατά
Έλληνος πολίτου ασκήθηκε στην Ελλάδα ποινική δίωξη για κακουργηματική δωροδοκία
για το λόγο ότι αυτός προσέφερε χρήματα σε φορείς λήψεως αποφάσεων στα αρμόδια
Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών καθώς και στις Υπηρεσίες και στο
Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας, προκειμένου να επηρεάσουν θετικά την ανάθεση της
παραγγελίας για την κατασκευή οπλικών συστημάτων. Κατά του αυτού κατηγορουμένου
εγέρθηκε κατηγορία και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εγκείμενη στο
ότι αυτός παρέσχε συνδρομή σε δωροδοκία με προσφοράς χρημάτων στους εκάστοτε
φορείς αποφάσεων στην Ελλάδα μέχρι του τότε υπουργού εθνικής άμυνας και ειδικότερα
στο ότι έθεσε τους λογαριασμούς της εταιρίας του στη διάθεση των προσώπων που
διενήργησαν τη δωροδοκία, καίτοι εγνώριζε ή τουλάχιστον «επιδοκιμαστικά
αποδέχτηκε», ότι θα γίνονταν πληρωμές χρημάτων δωροδοκίας μέσω αυτής καθώς και
ότι με τη χρησιμοποίησή της εσκοπείτο η ματαίωση της ανίχνευσης της ροής των
πληρωμών.
Ο αρμόδιος γερμανός εισαγγελέας
γνωστοποίησε στον ανωτέρω κατηγορούμενο, ότι είχε την πρόθεση να απόσχει από
την ποινική δίωξη αν αυτός εντός συγκεκριμένης προθεσμίας: α) συναινούσε στην εφαρμογή
συνοπτικής διαδικασίας που του επροτείνετο και β) εκπλήρωνε συγκεκριμένους
όρους (Auflagen), ήτοι κατέβαλλε ποσό 400.000 ευρώ σε κοινωφελή ιδρύματα που
του ανακοινώθηκαν με την ίδια γνωστοποίηση. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε τα
ανωτέρω και εκπλήρωσε εμπροθέσμως τους σχετικούς όρους. Κατόπιν τούτου ο
ανωτέρω εισαγγελέας έπαυσε την ποινική δίωξη βάσει των διατάξεων της παρ. 153a
του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με διάταξή του στην οποία εδηλούτο
ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος εξεπλήρωσε εμπρόθεσμα τους όρους, εξέλιπε το
δημόσιο συμφέρον επί την ποινική δίωξη και η πράξη δεν δύναται πλέον να διωχθεί
ως πλημμέλημα.
Στην προκείμενη περίπτωση το ερώτημα που
τίθεται είναι, αν εν όψει των ανωτέρω ο αυτός κατηγορούμενος μπορεί να διωχθεί
στην Ελλάδα βάσει των πραγματικών περιστατικών για τα οποία του ασκήθηκε
ποινική δίωξη ή αν εφαρμόζεται η λεγόμενη «αρχή» της αμοιβαίας αναγνώρισης
δικαστικών αποφάσεων και διαταγών της Συνθήκης της Λισαβόνας (άρθρο 82 παρ. 1
της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ) και το άρθρο 54
του Συμφώνου Εφαρμογής της Συνθήκης Σένγκεν (ΣΕΣΣ).